[1]
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΡΤΕΜΗΣ
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ
«Αμπέλια της Απαντοχής» ποίηση, (Εκδόσεις Εστία).
Καινούργια
ποιητική συγκομιδή του γνωστού λογοτέχνη ποιητή Λεωνίδα Γαλάζη που κυκλοφόρησε
πρόσφατα με τον τίτλο: «Αμπέλια της Απαντοχής».
Περιλαμβάνει 62 ποιήματα που εστιάζουν σε θέματα μνήμης, τραγωδίας και
ελπίδας, με σκηνικό μισογκρεμισμένα σπίτια και τοπία της Κύπρου. Ο Λεωνίδας
Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο
Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές
στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι
διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως Πρώτος
Λειτουργός Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας.
Έχει εκδώσει δέκα
ποιητικές συλλογές και πέντε βιβλία μελετών – δοκιμίων για θέματα λογο-
τεχνίας. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια διάφορων συλλογικών τόμων και τη γενική
επιμέλεια της Ανθολογίας Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης 1837-2021
(Λευκωσία, Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, 2021).
To 1982 τιμήθηκε
από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου με το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη για την
ποιητική του συλλογή Ιατρική βεβαίωση και το 2010 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης
Κύπρου για τη συλλογή Λοκριγκάνα.
Διετέλεσε
πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (2017-2018) και του Ομίλου Λογοτεχνίας
και Κριτικής (2019-2025).
Η ενασχόλησή μου με την ποίησή του από προηγούμενες συλλογές του, ξεκίνησε
πριν μερικά χρόνια μελοποιώντας ποίησή του. Πρόκειται για ένα «πατριώτη» με όλη
τη σημασία του τίτλο αυτού. Στην ποίηση του γενικότερα εμβαθύνοντας, συναντά
κανείς τις εικόνες εκείνες που οι λέξεις
απεικονίζουν με ένα ένθερμο τραγικό τρόπο σ΄ αυτά τα «αμπέλια της απαντοχής»,
με τονισμένα τα στοιχεία της Κυπριακής τραγωδίας ως αντίσταση στον εφησυχασμό
της σημερινής εποχής. Η ποιητική γλώσσα του, διακρίνεται από την ανταπόκριση
της σημασίας στον ήχο και τη μορφή. Πρόκειται για ένα «επαναστάτη ποιητή»όπως περιγράφονται κορυφαίοι λογοτέχνες που
συνέδεσαν το έργο τους με την κοινωνική αλλαγή, τον αγώνα κατά του φασισμού,
της καταπίεσης και της αδικίας. Εμβληματικές μορφές περιλαμβάνουν τον Φεντερίκο
Γκαρθία Λόρκα, τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, τον Πάμπλο Νερούδα, τον Ναζίμ Χικμέτ,
τον Πωλ Ελυάρ και τον Κύπριο Βασίλη Μιχαηλίδη, τον Κώστα Βάρναλη και άλλους
στις νεότερες δεκαετίες, με τους μεταγενέστερους της γενιά της αμφισβήτησης (’70) καταλήγοντας
στις σύγχρονες ποιητικές επινοήσεις. Ως φιλόλογος γνωρίζει Ιστορία. Τα ποιητικά
γλωσσικά του σχήματα, προσπάθειες ορισμού, κατανόησης και ερμηνείας του
κριτικού και ποιητικού πεδίου είναι διαρκώς μεταλλασσόμενες, με διαφορετικά
χαρακτηριστικά στοιχεία και πολυποίκιλες ιδεολογικές σημασιοδοτήσεις. (Συχνά
Θίγεται επίμονα και σε έντονους τόνους η
διαπίστωση ότι πολλοί δεν διαβάζουν ποίηση και πως αυτή κινείται στο περιθώριο
της λογοτεχνικής παραγωγής. Μπορεί και να’ ναι έτσι..).Ωστόσο ο Γαλάζης είναι
από τους σπουδαιότερους ελληνοκύπριους
ποιητές της γενιάς του κι αξίζει να τον διαβάσετε. Η μεταπολεμική γενιά του
χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα ποιητικής μέθεξης με ανάλογους όρους, η
ιδεαλιστική κατασκευή της ποίησης ως ιάματος παντός τύπου ενίοτε δημιουργεί
συγκεκριμένες καθηλώσεις και υπερβολές. Εδώ πρόκειται βέβαια για ένα δημιουργό
που ξεπερνά τα όρια μιας συγκεκριμένης εποχής. Κεντρικό δίλημμα των καταγραφών
Γαλάζη που προέρχεται από την έννοια της
κρίσης ως κριτικής αλλά και ως προβληματικών στιγμών στο παροντικό ποιητικό
τοπίο με όλα όσα συμπεριλαμβάνονται, είναι η τοποθέτηση, το στίγμα απέναντι
στην ιστορικότητα του παρόντος με όλες τις αμφίρροπες δυνάμεις. Θυμούμαι τον
Βάλτερ Μπένγιαμιν: « Ρήσεις και
αντιρρήσεις κειμενικές και ενυπόγραφες, εμπλουτίζουν τις ποιητικές θεωρίες και
την ποιητική πράξη που τελούν υπό διαρκείς διαπραγματεύσεις». Η νέα ποιητική
κατάθεση του Λεωνίδα Γαλάζη υπάρχει το
αισθητικό ξάφνιασμα που έρχεται να επιβεβαιώσει την άπειρη, συχνά αντιθετική
πολυμορφία πραγμάτων, φαινομένων, και τις επίσης απειράριθμες δυνατότητες
καλλιτεχνικής απεικόνισης τους.
«Μοιράσαμε τη ζωή
μας ανάμεσα σε μισογκρεμισμένα σπίτια
και σε δέντρα
συλλογισμένα μέχρι το χώμα σκυφτά.
Χειμωνιάζει. Η
σκηνή της τραγωδίας αδειάζει
κι οι φανοστάτες
μοναχικοί μάρτυρες του κενού
τις σπασμένες
στάμνες γεμίζοντας φως παγερό». Λ.Γ
(Θυμήθηκα τον Τάσο Λειβαδίτη που έγραφε: «Δεν
είμαστε πια ποιητές παρά μονάχα
σύντροφοι με
μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα»).
Έχω αισθήματα
Λεωνίδα για τις γραφές σου. Στο έχω πει πολλάκις ότι είσαι ένας πολύτιμος
δημιουργός στον τόπο αυτό... που έχεις προσφέρει παράλληλα και έργο που θα ζει
για πάντα στις μνήμες όσων κόπτονται για την ιστορία του πολιτισμού μας.
Εύχομαι καλοτάξιδο το καινούργιο σου βιβλίο… κι απελευθέρωση από τη βαρβαρότητα
και την εξαθλίωση της αυτής της "έξυπνης" εποχής.και των παρελκομένων
αυτής.
Ανδρέας Α.
Αρτέμης
Μουσικοσυνθέτης-Λογοτέχνης
Βλ. και:
Στα αμπέλια της
μνήμης και της αντίστασης: Η νέα ποιητική συλλογή (των εκδόσεων Εστία) του
Λεωνίδα Γαλάζη μέσα απο την αισθητική εκτίμηση και γραφή του Ανδρέα Α.Αρτέμη.
ΚΙΚΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ
Δημοσιεύθηκε 24
Ιανουαρίου 2026 14:35
<https://www.politis.com.cy/politis-news/cyprus/982107/sta-ampelia-tis-mnimis-kai-tis-antistasis-h-nea-poiitiki-silloghi-ton-ekdoseon-estia-toy-leonida-galazi-mesa-apo-tin-aisthitiki-ektimisi-kai-ghrafi-toy-andrea-aartemi>
[2]
ΕΛΛΗ ΦΙΛΟΚΥΠΡΟΥ
Τόσο στα
ελευθερόστιχα όσο και στα παραδοσιακού μέτρου ποιήματα έχεις καταπιαστεί με
δύσκολα θέματα, όπως αυτό της αλλοτρίωσης και της διάψευσης, και έχεις
κατορθώσει να μιλήσεις για αυτά με άμεσο τρόπο. Πάρα πολύ μου άρεσε το “Θωμάς”,
με την απρόσμενη χρήση που έκανες της γνωστής φράσης, όπως και το “Επί πέτρας
ασείστου”, το “Σαν πολύτιμα πετρώματα”, καθώς και το σε άλλο κλίμα “Ροδώνες της
ελπίδας”. Νομίζω ότι με τον συνδυασμό εικόνων γκρεμίσματος, αδειάσματος,
ακινησίας, αφενός, και απαντοχής, στερεότητας, μνήμης, από την άλλη, έχεις
δώσει κάτι βαθιά στοχαστικό.
[3]
ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
Λεωνίδας Γαλάζης, Αμπέλια της απαντοχής, Βιβλιοπωλείο της Εστίας
Αμπέλια της απαντοχής: εύγλωττος ο τίτλος. Ένας άνθρωπος που έρχεται από
τα σπλάχνα της φύσης και τους δεσμούς με
αυτήν, καταλήγει στα γραφεία της δημόσιας υπηρεσίας και αντέχει μόνο και μόνο
γιατί αποβλέπει στη λύτρωση που θα βρει επιστρέφοντας στα γήινα και ουράνια,
στο γενέθλιο παράδεισο.
Στο ενδιάμεσο όμως ζει στην κόλαση της γραφειοκρατίας με όλα τα παρεπόμενα,
στο απρόσωπο και απάνθρωπο, στη ματαιότητα των εγκοσμίων, δεμένος «στις
καρέκλες με σχοινιά και αλυσίδες» ως άλλος Καρυωτάκης ή Σεφέρης ή Καβάφης.
Ποιήματα σε παλαιές φόρμες, με ζευγαρωτή ως επί το πολύ ομοιοκαταληξία, σε
στίχους ποικίλων αριθμών συλλαβών, ιαμβικούς ή τροχαϊκούς, μνήμες παλαιών
μέτρων και ρυθμών ζωντανεύουν και αιφνιδιάζουν με την ευρηματικότητα.
Η επιστροφή αυτή μπορεί να ερμηνεύεται ως σύμφυτη με το τυπικό της
υπαλληλικής ζωής, ενέχει όμως και το στοιχείο της ρομαντικής επιστροφής στις
παλιές καλές εποχές. Πάντως η αυστηρότητα του στίχου δεν καταπνίγει τη
συναισθηματική φόρτιση των ποιημάτων ούτε τη χάρη του ρυθμού. Αντίθετα, από τον
σφιχτοδεμένο στίχο μπορούν να ξεπετιούνται φτερωτά νοήματα ελευθερίας και
ομορφιάς.
Άλλα ποιήματα, διδακτικά, της πείρας των χρόνων και της ζωής, εμπλουτισμένα
με εικόνες της φύσης και της καρδιάς, στα οποία η διδακτική ποίηση ξαναβρίσκει
στην απλότητα της συνομιλίας τον ήρεμο καθοδηγητή ή και κριτή προσώπων και
καταστάσεων.
Η ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη Αμπέλια της απαντοχής κομίζει
πείρα χρόνων σε έμμετρο πυκνό λόγο.
Στέλιος Παπαντωνίου
<https://share.google/jt1Ks2WmyDYVLomdh>
[4]
ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ
Η ποιητική της «απαντοχής»
Η ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, Αμπέλια της απαντοχής (Βιβλιοπωλείον
της Εστίας, 2025), συγκροτεί έναν κόσμο υψηλής συναισθηματικής έντασης, όπου το
προσωπικό βίωμα τέμνεται με την κοινωνική ασφυξία και την υπαρξιακή αγωνία.
Μέσα από τους στίχους αναδύεται μια φωνή που μετεωρίζεται ανάμεσα στη φθορά της
καθημερινότητας και την επιθυμία για υπέρβαση, αρθρώνοντας έναν λόγο καρτερίας
μέσα σε ένα τοπίο ποικίλων απογοητεύσεων.
Κεντρικός πυρήνας της συλλογής είναι η αίσθηση του εγκλωβισμού, την οποία
βιώνει με έντονο τρόπο το ποιητικό υποκείμενο. Στους «Μονολόγους» —με
χαρακτηριστικότερα παραδείγματα εκείνους του «δημοσίου υπαλλήλου» και του
«πιστού»— η υιοθέτηση της γραφειοκρατικής ορολογίας, των «πρωτοκόλλων» και των
«διοικητικών πράξεων», υπογραμμίζει την παγίδευση του σύγχρονου ανθρώπου στα
γρανάζια των υπηρεσιών. Το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται δέσμιο ενός
ανάλγητου μηχανισμού, έρμαιο μιας απρόσωπης διαδικασίας που ακυρώνει την
ατομικότητα και την ελευθερία, όπου ο κοινωνικός καταναγκασμός δεν επιβάλλεται
μόνο εξωτερικά, αλλά εσωτερικεύεται και μετουσιώνεται σε βαθύ ψυχικό άλγος.
Ο κλοιός της καθημερινότητας αποκτά υλική υπόσταση μέσα από μια σειρά
συμβόλων που υποδηλώνουν την καθήλωση: δεσμά, αλυσίδες και πέτρες, με κυρίαρχο
το μοτίβο του σχοινιού. Στο ποίημα «Το άλλο σχοινί», η δέσμευση «ως τα έγκατα
του νου» φανερώνει πως η προσκόλληση στις «καρέκλες» αναχαιτίζει κάθε αίσθηση
ελευθερίας. Η εικόνα αυτή κλιμακώνεται δραματικά στο ποίημα «Σαν πολύτιμα
πετρώματα», όπου ο περιορισμός παύει να είναι απλώς διοικητικός και
μετατρέπεται σε μια «κόγχη που σε πνίγει σαν αγχόνη». Εδώ, η παγίδευση αποκτά
και την όψη της διάψευσης κάθε προσδοκίας, καθώς το υποκείμενο έρχεται
αντιμέτωπο με τα «λείψανα των προδομένων ονείρων» του, τα οποία η θάλασσα
—άλλοτε σύμβολο φυγής— τώρα «ξεβράζει στη στεριά» ως τεκμήρια εσωτερικής ήττας.
Η προτροπή για την περισυλλογή αυτών των συντριμμιών ως «πολύτιμων πετρωμάτων»
αποτελεί τη μόνη πράξη διάσωσης της αξιοπρέπειας μέσα σε ένα περιβάλλον
απόλυτης ασφυξίας.
Η πολυσημία του σχοινιού προσλαμβάνει μεταφυσικό βάθος, το οποίο
κορυφώνεται στις αναφορές στην Παναγία. Η μορφή της, λειτουργώντας ως αρχέτυπο
παρηγορητικής θλίψης, εποπτεύει το ανθρώπινο γίγνεσθαι, καθώς οι πιστοί
«τραβούν τα σχοινιά της φυλακής τους». Η δέσμευση παύει να είναι απλώς
διοικητική και αναδεικνύεται σε σύμφυτο στοιχείο της ανθρώπινης μοίρας. Μέσα σε
αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, το φυσικό στοιχείο —τα βουνά, η θάλασσα και τα
πουλιά— αποτελεί το μοναδικό αποκούμπι και τη μόνη χαραμάδα διαφυγής από το
ισοπεδωτικό περιβάλλον.
Η ποιητική γεωγραφία του αδιεξόδου διευρύνεται μέσα από ένα σύνθετο δίκτυο
διακειμενικών αναφορών. Από την ομηρική Οδύσσεια έως τον Κατάδικο του Θεοτόκη,
τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και την ποίηση του Σεφέρη και του Καβάφη, το
ποιητικό υποκείμενο ψηλαφεί τις ρίζες της ανθρώπινης υποταγής. Εικόνες όπως οι
«προσωπιδοφόροι της απάτης» και οι «εχθρικές επιθέσεις» συνθέτουν ένα σκηνικό
ηθικής αποσύνθεσης, όπου τα «γαμψά νύχια», οι «βρυχηθμοί», οι «εμπτυσμοί» και
τα «χτυπήματα κάτω από τη μέση» υπογραμμίζουν την αγριότητα ενός κόσμου που
κυριαρχείται από θεσιθήρες και αυλοκόλακες. Ο ποιητής αποτυπώνει ανάγλυφα την
αποστροφή του σε όσους εχθρεύονται την αλήθεια, ενώ κυρίαρχη παραμένει η θλίψη
του για την αναξιοκρατία. Πρόκειται για συνθήκη που δεν ανακόπτει απλώς την
ιεραρχική ανέλιξη, αλλά καταδικάζει το άτομο στη μοναξιά, στραγγίζοντας το από
κάθε χαρά ζωής και ζωτικής ορμής και αποκόπτοντάς το από την οργανική του
σύνδεση με τον φυσικό κόσμο («Σαν πλατανόφυλλα»).
Πέρα από τους συμβολισμούς, το σκηνικό της συλλογής —το «άπληστο κτίριο»,
οι «κλειστές πόρτες» και ο αποστειρωμένος χώρος του γραφείου— ανακαλεί έντονα
το κλίμα της καρυωτακικής ποίησης. Ο Γαλάζης υιοθετεί συνειδητά μοτίβα του
Κώστα Καρυωτάκη, εντάσσοντάς τα όμως σε σύγχρονο πλαίσιο. Παρόλο που διατηρεί
την ιδιοπροσωπία του, μπολιάζοντας τον λόγο του με το κυπριακό τοπίο και την
ηθική της «απαντοχής», το καρυωτακικό υπόστρωμα παραμένει σαφές. Η συλλογή
λειτουργεί τελικά ως μια σύγχρονη μετεξέλιξη αυτής της παράδοσης, μεταφέροντας
την υπαρξιακή αγωνία από τα επαρχιακά γραφεία των αρχών του 20ού αιώνα στους
«σκοτεινούς διαδρόμους» και τα ψηφιακά περιβάλλοντα του 21ού.
Όπως ο ποιητής της Πρέβεζας στο εμβληματικό του ποίημα «Δημόσιοι υπάλληλοι»
στηλίτευσε τη φθορά της γραφειοκρατικής καθημερινότητας, έτσι και ο Γαλάζης
εστιάζει στην πλήξη του εργασιακού χώρου. Στον «Μονόλογο δημοσίου υπαλλήλου», η
καυστική ειρωνεία για την ιεραρχία και τη μετάθεση των ευθυνών ανακαλεί την
καρυωτακική σάτιρα για τη διοικητική μηχανή. Στο ποίημα «Όαση», το σκηνικό της
ασφυξίας συμπληρώνεται από τα πληκτρολόγια που «εργάζονται πυρετωδώς» πίσω από
ερμητικά κλειστές πόρτες.
Πέρα από την καυστική σάτιρα της υπαλληλικής καθημερινότητας, η συλλογή
εμβαθύνει στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία περιγράφεται ως μια
διαρκής πάλη με «ρευστά υλικά». Στο ποίημα «Ρευστά υλικά», ο ποιητής
αντιπαραβάλλει τη σταθερότητα της ζωής, τις «δομές» που χτίζονται με γνώση με
βύθιση μέσα σε «ωκεανό εκκρεμών εγγράφων», χάνοντας την επαφή με το «σταθερό
σημείο» της ζωής. Η διαπίστωση πως η ζωή είναι «λάσπη ρευστή κι ασχημάτιστη»
που απειλεί να εισχωρήσει στην ψυχή, προσδίδει μια δραματική διάσταση στην
προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ακεραιότητά του.
Αυτή η αγωνία για την εσωτερική ελευθερία κορυφώνεται στα «Ανδράποδα της
νέας εποχής», όπου ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται απλώς ως θύμα του συστήματος,
αλλά ως «θεατής» που βυθίζεται στο «τέλμα της απραξίας», επιτρέποντας την
εμπορευματοποίηση ακόμη και της ίδιας της υπόληψής του. Η υπαρξιακή συνθήκη
περιγράφεται ως ένα «απέραντο φρουραρχείο», όπου η απουσία έστω και της
παραμικρής ένδειξης «μιας ελάχιστης αυτονομίας» μετατρέπει τα υποκείμενα σε
ανδράποδα, έτοιμα να θυσιάσουν την ελευθερία τους για ψεύτικες υποσχέσεις.
Παράλληλα, ο ποιητής στρέφεται στο θέμα της ηθικής δοκιμασίας και της
προδοσίας. Μέσα από ποιήματα όπως η «Άρνηση» και το «Μετά την άρνηση», η
υπαρξιακή συνθήκη συνδέεται με το βάρος των επιλογών.
Η μεταφορά των μετάλλων που «πυρακτώνονται» με την τριβή υποδηλώνει ότι οι
πράξεις του ανθρώπου δοκιμάζονται κάτω από ακραίες συνθήκες («μέσα στην
κοσμοχαλασιά και στην αντάρα»), εκεί όπου η σιωπή ή η άρνηση («δεν είδες, δεν
άκουσες, δεν γνωρίζεις») αποκτούν βαρύνουσα ηθική σημασία.
Ο ποιητής, ωστόσο, οραματίζεται το αμάρτημα ως «δύναμη του αέρα» που μπορεί
να μετατραπεί σε «παντιέρα» αλλαγής.
Τέλος, η υπαρξιακή αναζήτηση βρίσκει καταφύγιο στην «πίστη στον άνθρωπο»,
παρά τις διαψεύσεις. Στο ποίημα «Άγγελοι μιας νέας προδοσίας», η πίστη αυτή δεν
αφορά τις «μεταμφιέσεις των ανθρώπων», αλλά εκείνους τους λίγους που «κινούνται
μόνο στο φως» και των οποίων η ψυχή παραμένει «ουρανός αυγουστιάτικος» ακόμη
και στον χειμώνα. Αυτοί οι «άγγελοι» είναι που επιτρέπουν την «επανάσταση των
λουλουδιών», μετατρέποντας την υπαρξιακή απελπισία σε μια πράξη αντίστασης
ενάντια στους συμβιβασμούς και τους διαξιφισμούς.
Παρά τη θλίψη των καθημερινών ματαιώσεων, ωστόσο, τα 62 ποιήματα της
συλλογής αφήνουν μια «ρωγμή»: την απαντοχή. Αυτή η έννοια λειτουργεί ως το
απόλυτο αντίδοτο στην απόγνωση. Τα «αμπέλια της απαντοχής» και οι «ροδώνες της
ελπίδας» ορθώνονται απέναντι στη «θάλασσα της λύπης», μετατρέποντας τον πόνο σε
ποιητική δημιουργία. Στο ομότιτλο ποίημα, ο αμπελώνας στέκει ως το έσχατο οχυρό
ζωής, ένα οντολογικό αντίβαρο που καρποφορεί υπό συνθήκες πικρού μόχθου.
Αναδεικνύει την παράδοση όχι ως μουσειακό είδος, αλλά ως ενεργό τρόπο
επιβίωσης, ακόμα και όταν η κίνηση περιορίζεται ασφυκτικά «μέχρι τ' αντικρινό
βουνό».
Ο ίδιος ο τίτλος, άλλωστε, συνιστά ένα ποιητικό μανιφέστο: τα «αμπέλια»
συμβολίζουν τις σταθερές μας ρίζες, ενώ η «απαντοχή» —λέξη φορτισμένη με την
υπομονή και την προσμονή— μετουσιώνεται σε στάση ζωής και ηθικής αντίστασης.
Για τον ποιητή, ο όρος δεν συνεπάγεται μοιρολατρική παραίτηση, αλλά μια
αγωνιώδη, ενεργό προσπάθεια του ανθρώπου να σταθεί όρθιος και δημιουργικός
«προτού βαθιά νυχτώσει». Είναι η προσπάθεια των «κουρασμένων στρατοκόπων» να
διασώσουν τη «λιγοστή σοδειά» τους, αρνούμενοι να μετατραπούν σε «άβουλες
σκιές» ή να πνιγούν από την αγχόνη που στήνει η σύγχρονη καθημερινότητα. Παρά
το «πικρό ψωμί» και το «κρασί της συμφοράς», τα αμπέλια αυτά εξακολουθούν να
αποτελούν σύμβολο ανθεκτικής ανθρωπιάς που αντιστέκεται στο «παγερό φως» του
κενού.
Ως προς τη μορφή, η συλλογή ξεχωρίζει για τη μορφική της ποικιλομορφία.
Συνυπάρχουν ποιήματα με έμμετρο, παραδοσιακό στίχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία
—συχνά οργανωμένα σε δίστιχα— με ελεύθερους στίχους που παραπέμπουν σε
θεατρικούς μονολόγους.
Η γλώσσα κινείται ανάμεσα στο λόγιο και το ιδιωματικό: αντλεί από το
εκκλησιαστικό ύφος, ενώ ενσωματώνει κυπριακές εκφράσεις, προσδίδοντας
αυθεντικότητα και έντονο τοπικό χρώμα. Πλούσια και ρέουσα, ισορροπεί
δημιουργικά ανάμεσα στην ειρωνεία και τον λυρισμό. Παράλληλα, η εναλλαγή των
ρηματικών προσώπων, του α΄ και του β΄, εντείνει τη δραματικότητα και δημιουργεί
μια αίσθηση άμεσου διαλόγου με τον αναγνώστη.
Πάντως, το συναισθηματικό τοπίο, αν και σκοτεινό, δεν διολισθαίνει στην
απελπισία. Η συλλογή αναπνέει μέσα από μια λυρική τρυφερότητα, όπου ο έρωτας
και η πίστη λειτουργούν ως «Βάλσαμο». Στα ερωτικά του ποιήματα, ο Γαλάζης
επιστρατεύει τη γηγενή ντοπιολαλιά για να υμνήσει μια αγάπη απόλυτη, που σαν
«λαμπρόν» (φωτιά) σαρώνει τη φθορά και υπόσχεται πως το «ρόδο της αγάπης» θα
ανθίζει παντοτινά, κόντρα στις παγωμένες εποχές. Αυτός ο ερωτικός λυρισμός
συναντά τη θρησκευτική κατάνυξη, καθώς οι «τελευταίες ρανίδες απ' την πληγή της
Παναγίας» στάζουν στο χώμα ως πράξη ίασης και παρηγοριάς. Σε αυτό το πλαίσιο, η
ποίηση υποκλίνεται μπροστά στην ίδια τη ζωή, αναγνωρίζοντας πως μια «σταγόνα
μέλι» —η ελάχιστη δηλαδή προσφορά αγάπης— είναι συχνά πιο ζωτική από χιλιάδες
στίχους. Όπως ο Καρυωτάκης χρησιμοποίησε την ειρωνεία ως ασπίδα, έτσι και ο
Γαλάζης επιστρατεύει τον έρωτα και τη φύση ως αντίβαρο στην υπαρξιακή «άβυσσο».
Απέναντι «στων αρμάτων την ταραχή», στα «κουρέλια των ιερών και των οσίων»,
(«Ύψωσε τα χέρια σου»), η «απαντοχή» δεν είναι μια παθητική αναμονή, αλλά
στρατηγική επιβίωσης. Είναι η δύναμη που μετουσιώνει τη θλίψη σε δημιουργική
ορμή και την προσωπική οδύνη σε συλλογική καρτερία.
Αυτή η στάση συνδέεται άρρηκτα με την τοπιογραφία της Κύπρου. Η Μαδαρή,
βουνοκορφή του Τροόδους, μετουσιώνεται από γεωγραφικό σημείο σε ένα υμνητικό
σύμβολο ηθικού αναστήματος, λειτουργώντας ως ένας «αδάκρυτος» φρουρός που
επιβλέπει το τραύμα της κατεχόμενης Μόρφου. Ενώ ο άνθρωπος της πόλης
περιγράφεται ως δέσμιος μιας άβουλης καθημερινότητας, η ιερότητα του βουνού
προσφέρει την προοπτική μιας πνευματικής φυγής προς την ελευθερία, όπου η
«απαντοχή» μετατρέπεται από πικρή υπομονή σε μια ενεργητική πράξη πίστης και
ιστορικής επιβίωσης.
Συνοψίζοντας, τα Αμπέλια της απαντοχής αποτελούν μια πικρή αλλά διεισδυτική
ανατομία της σύγχρονης ψυχής. Ο Λεωνίδας Γαλάζης κατορθώνει να μεταφέρει την
καρυωτακική αγωνία στον 21ο αιώνα, μπολιάζοντάς την με το φως του κυπριακού
τοπίου και τη δύναμη της παράδοσης. Η συλλογή λειτουργεί ως μια «ρωγμή» στο
τείχος της καθημερινής ματαίωσης, υπενθυμίζοντας πως η τέχνη είναι το «κρασί
του παραδείσου» που φυλάσσεται σε «δέντρα του πόνου καρπερά». Τελικά, η
απαντοχή στον Γαλάζη δεν είναι απλώς υπομονή, αλλά η πνευματική αντίσταση που
επιτρέπει στον δημιουργό να μεταμορφώνει τη θλίψη σε ελπίδα και το αδιέξοδο σε
ποίηση.
<https://www.periou.gr/agathi-georgiadouleonidas-galazis-abelia-tis-apantochis-vivliopoleion-tis-estias-2025-isbn-9789600519778/>
[5]
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ
[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]
[...] Στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, ο ποιητής
επιλέγει τον συμβολικό τίτλο Αμπέλια της απαντοχής. Τ’ αμπέλια ως
σύμβολα αντοχής σε διάφορες αντίξοες και απειλητικές καταστάσεις, που μπορούν
να φυτρώνουν ακόμη και πάνω σε φτωχά πετροχώραφα, να αντέχουν στις δύσκολες
καιρικές συνθήκες, στις ανομβρίες, στις ξηρασίες, στους χιονιάδες και πάντα να επιμένουν
να καρποφορούν. Γράφει στο ποίημα με τον ομώνυμο τίτλο:
Κάποτε χόρευαν κάτω απ’ τα δέντρα μας άνθρωποι
δένοντας τα μαντήλια τους στα τρυφερά τους
κλωνάρια.
Παιδιά με φανάρια πρόβαλλαν στις στράτες
στους τοίχους ανέβαιναν οι προσευχές μέχρι το δώμα
οι λάμπες πετρελαίου τρεμόσβηναν μ’ εγκαρτέρηση
μέχρι να πεζέψουν τ’ άλογα κι οι κουρασμένοι
στρατοκόποι
με τη λιγοστή σοδειά τους από τ’ αμπέλια της
απαντοχής.
Διαβάζοντας τ’ Αμπέλια της απαντοχής ο αναγνώστης, το πρώτο
πράγμα που αντιλαμβάνεται είναι πως πρόκειται για ποίηση με ξεκάθαρους
κοινωνικούς στόχους. Μ’ ένα καταλυτικό και επίμονο τρόπο, που κυριαρχεί σε
πολλά ποιήματα, ο ποιητής παρουσιάζει ένα καταπιεστικό σύστημα καταστάσεων και λειτουργιών,
το οποίο στοχεύει στην υποταγή και στην αλλοτρίωση του ατόμου, στην αποδοχή των
κανόνων μιας εξουσιαστικής κοινωνίας και στη μοιρολατρική υποταγή στους κανόνες
της γραφειοκρατίας. Όλα αυτά οδηγούν στην απώλεια της προσωπικότητας και της
ελευθερίας του ατόμου και σε τελευταία ανάλυση στην απώλεια της ανθρώπινής του
υπόστασης και προσωπικότητας. Σύμβολα αυτής της επίμονης προσπάθειας του
συστήματος να υποτάξει το άτομο είναι τα σχοινιά, οι αλυσίδες, τα γραφεία, οι διάδρομοι
σε κλειστά κτίρια, οι εγκύκλιοι, οι ιεραρχίες, οι επαναλήψεις μονότονων
πραγμάτων. Γράφει στο ποίημα «Κόλακες και αποστάτες»:
Στα κελιά τους κλειδωμένα τα λιοντάρια των ορόφων
πάντα για αίμα πεινασμένα σε γραφεία υποτρόφων
τις σταγόνες πώς μυρίζουν της ζωής που λιγοστεύει
σαν το φως που τρεμοσβήνει σαν την πίκρα π’
αναδεύει
στον βυθό της λογικής μας τα κοράλλια των ονείρων
τον ωκεανό των λόγων και την άμπωτη των λήρων.
Και πιο κάτω στο ίδιο ποίημα:
με δεμένες τις ψυχές μας, διπλωμένες στα συρτάρια
που ’χουν μείνει ξεχασμένα να φυλάνε τ’ ανοικτάρια
των ερώτων που στενάζουν στη σκλαβιά των δελταρίων,
των κομψών σημειωμάτων, των δεινών
σεκρεταρίων.
Ή στο ποίημα «Η
σφυρίχτρα»:
Πόσο καλά γνωρίζουμε τον ήχο της σφυρίχτρας
κάθε πρωί που ξεκινά τ’ ατέλειωτο μαρτύριο
στα βολικά κατά τα άλλα ευήλια κλουβιά μας.
Πόσο καλά γνωρίζουμε ποια κίνηση του σώματος
με κάθε σφύριγμά ταιριάζει
ποια του μυαλού μας ευθυγράμμιση.
Έτσι λειτουργεί
το σύστημα, το δημοσιοϋπαλληλικό ή και οποιοδήποτε άλλο σύστημα, το οποίο
στοχεύει στην καθυπόταξη του ανθρώπου και της μετατροπής του σε υπάκουο όργανο
της εξουσίας. Μέσα από τη γραφειοκρατία, τις εγκυκλίους και τα πρέπει του, που
δένουν το άτομο σ’ έναν καταπιεστικό μηχανισμό, περιορίζοντας την ελευθερία και
ακυρώνοντας την προσωπικότητά του.
Για την
έκφραση όλων αυτών των δεσμών της υποταγής ο ποιητής επιστρατεύει μια σειρά από
σύμβολα που υποδηλώνουν αυτές τις καταστάσεις, όπως τα σχοινιά, οι αλυσίδες, οι
καρέκλες, που κρατούν καθηλωμένο τον άνθρωπο στον καθορισμένο του ρόλο και στο
καθήκον να τον υπηρετεί. Σχοινιά που δένουν το άτομο όχι μόνο στο καθήκον, στις
καρέκλες του συστήματος, αλλά που προχωρούν βαθύτερα, στο μυαλό και την καρδιά. [...]
[6]
ΕΛΕΝΑ ΜΑΤΣΑΓΓΟΥ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
[...] Η απαντοχή λοιπόν ως ελπίδα, ως προσδοκία ευνοϊκής εξελίξεως και
συνεκδοχικά ως το ηθικό στήριγμα, ως η υλοποίηση μιας επιδίωξης, είναι εκείνη η
λέξη που φέρει το εγγενές περίβλημα της αισιοδοξίας και της πίστης στην αλλαγή.
Η λέξη καθαυτή συναντάται σε τρία επίπεδα της νέας συλλογής του Γαλάζη. Αρχικά,
στον τίτλο της συλλογής, στη φράση «αμπέλια της απαντοχής» η γενική λειτουργεί
ως γενική της ιδιότητας – τι είδους, τι ποικιλίας είναι τα αμπέλια, ενδεχομένως
και συνεκδοχικά «το κρασί», παραπέμποντας – σε συνάρτηση και με το υπέροχο
χαρακτικό του γιώργου Κωνσταντίνου με τίτλο «Κυρά μου Αμπελιώτισσα» - στην Παναγία.
Η Παναγία σε δύο περιπτώσεις της ορθόδοξης υμνογραφίας (σε Τροπάριο που
ψάλλεται την Κυριακή πριν τα Χριστούγεννα και σε Ωδή κατά τον Ακάθιστο Ύμνο)
παρομοιάζεται με αμπέλι που γέννησε το αμόλυντο σταφύλι από το οποίο στάζει
ουράνιος οίνος που ευφραίνει τις ψυχές των πιστών, λυτρώνοντάς τους από βάσανα
και αγωνίες. Έπειτα, η λέξη απαντοχή συναντάται στην προμετωπίδα της
συλλογής, έναν στίχο αντλημένο από τη ραψωδία Υ της Οδύσσειας του
Καζαντζάκη: Εσύ μονάχα ελπίδα μας κι απαντοχή στον κόσμο!, λόγια που
σύμφωνα με τον καπτάν Ένα τού απηύθυναν οι χήρες, οι γυναίκες που είχαν χάσει
άντρα στα κάτεργα και έχουν παιδιά που σβήνουν από την πείνα, εναποθέτοντας σε αυτόν τις ελπίδες τους για αλλαγή, για
ανατροπή της καταπίεσης και απονομή δικαιοσύνης. Η απαντοχή του Γαλάζη, ρίζει
στον Ουρανό, ρίζει και στη Γη, αρδεύει χυμούς, λιπαίνεται από τη θεία (η
Παναγία η Αμπελιώτισσα, η Καταφυγιώτισσα) και την ανθρώπινη (όσοι τόλμησαν και
όρθωσαν ανάστημα) δικαιοσύνη.
Το τρίτο επίπεδο στο οποίο λειτουργεί η λέξη είναι πλέον εντός δύο
ποιημάτων της συλλογής: στο ομότιτλο «Αμπέλια της απαντοχής» και στο ποίημα
«Ροδώνες της ελπίδας». Στο ομότιτλο ποίημα, με υπαινιγμούς που θυμίζουν
Αναγνωστάκη, το ποιητικό υποκείμενο σε α΄πληθυντικού καθορίζει το πλαίσιο ενός μικρόκοσμου,
μέσα στον οποίο συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, το ίδιο γίνεται μάρτυρας μιας
αλλαγής. Με το χρονικό επίρρημα «κάποτε» υπονοεί πως όσα ακολουθούν δεν ισχύουν
πια, ενώ με τη χρήση και του β΄ προσώπου ενικού στη συνέχεια, η βαθμίδα γίνεται
ακόμη στενότερη, τόσο όσο να περιλαμβάνει μόνο το ποιητικό υποκείμενο και τον
αναγνώστη, στον οποίο εξομολογείται τις συνθήκες που το σημάδεψαν, τα βιώματά
του: «Αν ήθελες να ταξιδέψεις, μπορούσες μόνο μέχρι τ’αντικρινό βουνό/
περπατώντας για ώρες στον ήλιο του μεσημεριού./ Στις σκιές και στ’αχνά φώτα της
φαντασίας σου/ οι θάλασσες ξυπνούσαν αταξίδευτες/ με το κρασί της συμφοράς να
ροδίζει στ’ αφρισμένα τους κύματα/ μ’αμύγδαλα, λεπτοκάρυα, σταφίδες στους
αμφορείς του βυθού/χαλκοπυρίτη, σιδηροπυρίτη από τα μεταλλεία της οργής/ στο
κόκκινο χώμα για το πικρό ψωμί στο τραπέζι/ τη φωτιά για τις ατελείωτες νύχτες
του χειμώνα.»
Η προσωπική ανθρωπογεωγραφία πλέκεται αξεδιάλυτα με αυτήν του τόπου, της
Κύπρου, ενώ κινείται στα άκρα του χρονικού continuum αφενός της ζωής του ποιητικού υποκειμένου (παιδικά χρόνια), με βιογραφικά
στοιχεία που αφορούν στον πατέρα του ποιητή και τη δουλειά του ως συγκολλητή
στα μεταλλεία (μεταλλεία της οργής), αφετέρου της ιστορίας της Κύπρου με
αναφορά στο ναυάγιο μάλλον της Κερύνειας των αρχών του 3ου αιώνα π.Χ. (μ’αμύγδαλα
[...] στους αμφορείς). Είναι το μοναδικό ποίημα της συλλογής που
συνοδεύεται από μια εικόνα, το χαρακτικό που κοσμεί και το εξώφυλλο, και είναι
αυτό το στοιχείο μαζί με το ότι στους στίχους του φιλοξενούνται τα τρία αγαθά
της γής: ο σίτος (πικρό ψωμί), ο οίνος (αμπέλια της απαντοχής/ το
κρασί της συμφοράς) και το έλαιο (προσμένοντας τον άγγελο με φανούς),
που προσδίδουν στο ποίημα αυτό μια ταυτότητα πυρήνα, αφού πραγματεύεται στοιχεία που παραπέμπουν σε μια συμπύκνωση
εμπειριών, σε μια ανάγκη επιστροφής στις καταβολές, στην αλήθεια των πραγμάτων.
Δεν είναι θεωρώ τυχαίο που το αμέσως επόμενο ποίημα φέρει τον τίτλο «Καρτερία».
Στο ποίημα «Ροδώνες της ελπίδας», η χρήση της λέξης «ελπίδα» ήδη στον
τίτλο, λειτουργεί τεκμηριωτικά της υποψίας του αναγνώστη: ο ποιητής, αναζητά
μια διέξοδο, μια χαραμάδα φωτός από την οποία να μπορέσει να απαλλαγεί από το βάρος
της συνειδητοποίησης του πόνου των ανθρώπων και των πραγμάτων, από το
δυσθεώρητο χάος στο οποίο τον καταβυθίζει η καθημερινή αντιμετώπιση αρπακτικών
(Στο διάσελο τ’αρπακτικά και στις κορφές τσακάλια/ τρώνε απ’τις σάρκες του
βουνού κι αρχίζουν παρακάλια/ να κατεβούν πιο χαμηλά στον κάμπο να
ρημάζουν/κουνέλια και κοτόπουλα, κοτσύφια, χελιδόνια/ όσα τους έμαθαν να τρων
τ’αφεντικά τους χρόνια, «Αρπακτικά»), από το δράμα του γηραιού βιβλιοπώλη
και των σκονισμένων βιβλίων του («Ανάμεσα στον Δον Κιχώτη και στον Βασιλιά
Ληρ»).
Με την επιλογή λοιπόν, της λέξης «απαντοχή» του μεσαιωνικού «απαντέχω»,
δηλαδή περιμένω, καρτερώ, ο Γαλάζης ενισχύει με τρόπο αιχμηρό και αφτιασίδωτο την
επενέργεια όλων εκείνων των στοιχείων που πολιορκούν το ποιητικό υποκείμενο,
ενώ αυτό αγωνίζεται να πιαστεί από ένα ηθικό στήριγμα. Ως πολιορκία καθορίζεται
κυρίως το σαθρό δημοσιοϋπαλληλικό σύστημα («Απολογία Γραμματικού», «Μονόλογος
πιστού», «Μονόλογος δημόσιου υπαλλήλου», «Σαν πλατανόφυλλα»: Πώς άντεξες
ν’ακούς κάθε μέρα/τους βρυχηθμούς στα γειτονικά γραφεία/τους εμπτυσμούς, τα
χτυπήματα/κάτω απ’τη μέση./να βλέπεις υποκλίσεις και εκδουλεύσεις/και
χεροφιλήματα φιδιών στις γωνίες), οι τύποι και η υποκρισία («Στους
διαδρόμους της απάτης», «Συναγωγή», «Προσωπιδοφόροι της απάτης», «Στη γούβα των
παθών»: πώς αντέξαμε τόσα χρόνια τους ψεύτες/την τιμή μας να
εμπορεύονται/στις λαϊκές αγορές και στα παζάρια [...] αυτούς τους τσαρλατάνους
που και τη μάνα τους/θα πούλαγαν για τα οφφίκια και τις παράτες/ τους θώκους,
τις πομπές, τις δεξιώσεις), γενικότερα εκείνη η κοινωνική και πολιτική
κατάσταση, που δεν ενεργεί υπέρ του Ανθρώπου, μα τον απανθρωποποιεί, του
διαγράφει σιγά σιγά το πρόσωπο, τον αλείβει με λάσπη, του κατασπαράζει τα
ένστικτα και απενεργοποιεί τα αντανακλαστικά του. Τον θέτει μεν στο μέσο της
σκηνής μα του αφαιρεί την αυτενέργεια: Πώς μας δέσαν στις καρέκλες με
σχοινιά και αλυσίδες;/και να μας καλούν στους δρόμους της χαράς οι αυλητρίδες
[...] μα είναι τα σχοινιά δεμένα ως τα έγκατα του νου μας/ κι οι αλυσίδες
ριζωμένες στην καρδιά του τύραννού μας, «Το άλλο σχοινί». [...]