Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ "ΑΜΠΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΟΧΗΣ", ΑΘΗΝΑ, ΕΣΤΙΑ, 2025

 

[1]

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΡΤΕΜΗΣ

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ «Αμπέλια της Απαντοχής» ποίηση, (Εκδόσεις Εστία).

Καινούργια ποιητική συγκομιδή του γνωστού λογοτέχνη ποιητή Λεωνίδα Γαλάζη που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τον τίτλο: «Αμπέλια της Απαντοχής».  Περιλαμβάνει 62 ποιήματα που εστιάζουν σε θέματα μνήμης, τραγωδίας και ελπίδας, με σκηνικό μισογκρεμισμένα σπίτια και τοπία της Κύπρου. Ο Λεωνίδας Γαλάζης γεννήθηκε το 1962 στη Λευκωσία. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Είναι διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του ίδιου Πανεπιστημίου. Εργάζεται ως Πρώτος Λειτουργός Εκπαίδευσης στο Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας.

Έχει εκδώσει δέκα ποιητικές συλλογές και πέντε βιβλία μελετών – δοκιμίων για θέματα λογο- τεχνίας. Είχε τη φιλολογική επιμέλεια διάφορων συλλογικών τόμων και τη γενική επιμέλεια της Ανθολογίας Δύο αιώνες επώνυμης κυπριακής ποίησης 1837-2021 (Λευκωσία, Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής, 2021).

To 1982 τιμήθηκε από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου με το Βραβείο Νέου Λογοτέχνη για την ποιητική του συλλογή Ιατρική βεβαίωση και το 2010 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου για τη συλλογή Λοκριγκάνα.

Διετέλεσε πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου (2017-2018) και του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής (2019-2025).

 Η ενασχόλησή μου με την ποίησή  του από προηγούμενες συλλογές του, ξεκίνησε πριν μερικά χρόνια μελοποιώντας ποίησή του. Πρόκειται για ένα «πατριώτη» με όλη τη σημασία του τίτλο αυτού. Στην ποίηση του γενικότερα εμβαθύνοντας, συναντά κανείς τις εικόνες εκείνες  που οι λέξεις απεικονίζουν με ένα ένθερμο τραγικό τρόπο σ΄ αυτά τα «αμπέλια της απαντοχής», με τονισμένα τα στοιχεία της Κυπριακής τραγωδίας ως αντίσταση στον εφησυχασμό της σημερινής εποχής. Η ποιητική γλώσσα του, διακρίνεται από την ανταπόκριση της σημασίας στον ήχο και τη μορφή. Πρόκειται για ένα  «επαναστάτη ποιητή»όπως  περιγράφονται κορυφαίοι λογοτέχνες που συνέδεσαν το έργο τους με την κοινωνική αλλαγή, τον αγώνα κατά του φασισμού, της καταπίεσης και της αδικίας. Εμβληματικές μορφές περιλαμβάνουν τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, τον Πάμπλο Νερούδα, τον Ναζίμ Χικμέτ, τον Πωλ Ελυάρ και τον Κύπριο Βασίλη Μιχαηλίδη, τον Κώστα Βάρναλη και άλλους στις νεότερες δεκαετίες, με τους μεταγενέστερους της  γενιά της αμφισβήτησης (’70) καταλήγοντας στις σύγχρονες ποιητικές επινοήσεις. Ως φιλόλογος γνωρίζει Ιστορία. Τα ποιητικά γλωσσικά του σχήματα, προσπάθειες ορισμού, κατανόησης και ερμηνείας του κριτικού και ποιητικού πεδίου είναι διαρκώς μεταλλασσόμενες, με διαφορετικά χαρακτηριστικά στοιχεία και πολυποίκιλες ιδεολογικές σημασιοδοτήσεις. (Συχνά Θίγεται  επίμονα και σε έντονους τόνους η διαπίστωση ότι πολλοί δεν διαβάζουν ποίηση και πως αυτή κινείται στο περιθώριο της λογοτεχνικής παραγωγής. Μπορεί και να’ ναι έτσι..).Ωστόσο ο Γαλάζης είναι από τους σπουδαιότερους  ελληνοκύπριους ποιητές της γενιάς του κι αξίζει να τον διαβάσετε. Η μεταπολεμική γενιά του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα ποιητικής μέθεξης με ανάλογους όρους, η ιδεαλιστική κατασκευή της ποίησης ως ιάματος παντός τύπου ενίοτε δημιουργεί συγκεκριμένες καθηλώσεις και υπερβολές. Εδώ πρόκειται βέβαια για ένα δημιουργό που ξεπερνά τα όρια μιας συγκεκριμένης εποχής. Κεντρικό δίλημμα των καταγραφών Γαλάζη  που προέρχεται από την έννοια της κρίσης ως κριτικής αλλά και ως προβληματικών στιγμών στο παροντικό ποιητικό τοπίο με όλα όσα συμπεριλαμβάνονται, είναι η τοποθέτηση, το στίγμα απέναντι στην ιστορικότητα του παρόντος με όλες τις αμφίρροπες δυνάμεις. Θυμούμαι τον Βάλτερ Μπένγιαμιν:  « Ρήσεις και αντιρρήσεις κειμενικές και ενυπόγραφες, εμπλουτίζουν τις ποιητικές θεωρίες και την ποιητική πράξη που τελούν υπό διαρκείς διαπραγματεύσεις». Η νέα ποιητική κατάθεση του Λεωνίδα Γαλάζη  υπάρχει το αισθητικό ξάφνιασμα που έρχεται να επιβεβαιώσει την άπειρη, συχνά αντιθετική πολυμορφία πραγμάτων, φαινομένων, και τις επίσης απειράριθμες δυνατότητες καλλιτεχνικής απεικόνισης τους.

«Μοιράσαμε τη ζωή μας ανάμεσα σε μισογκρεμισμένα σπίτια

και σε δέντρα συλλογισμένα μέχρι το χώμα σκυφτά.

Χειμωνιάζει. Η σκηνή της τραγωδίας αδειάζει

κι οι φανοστάτες μοναχικοί μάρτυρες του κενού

τις σπασμένες στάμνες γεμίζοντας φως παγερό». Λ.Γ

 

 (Θυμήθηκα τον Τάσο Λειβαδίτη που έγραφε: «Δεν είμαστε πια ποιητές παρά μονάχα

σύντροφοι με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα»).

Έχω αισθήματα Λεωνίδα για τις γραφές σου. Στο έχω πει πολλάκις ότι είσαι ένας πολύτιμος δημιουργός στον τόπο αυτό... που έχεις προσφέρει παράλληλα και έργο που θα ζει για πάντα στις μνήμες όσων κόπτονται για την ιστορία του πολιτισμού μας. Εύχομαι καλοτάξιδο το καινούργιο σου βιβλίο… κι απελευθέρωση από τη βαρβαρότητα και την εξαθλίωση της αυτής της "έξυπνης" εποχής.και των παρελκομένων αυτής.

 

Ανδρέας Α. Αρτέμης

Μουσικοσυνθέτης-Λογοτέχνης

Βλ. και:

Στα αμπέλια της μνήμης και της αντίστασης: Η νέα ποιητική συλλογή (των εκδόσεων Εστία) του Λεωνίδα Γαλάζη μέσα απο την αισθητική εκτίμηση και γραφή του Ανδρέα Α.Αρτέμη.

ΚΙΚΗ ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ

Δημοσιεύθηκε 24 Ιανουαρίου 2026 14:35

<https://www.politis.com.cy/politis-news/cyprus/982107/sta-ampelia-tis-mnimis-kai-tis-antistasis-h-nea-poiitiki-silloghi-ton-ekdoseon-estia-toy-leonida-galazi-mesa-apo-tin-aisthitiki-ektimisi-kai-ghrafi-toy-andrea-aartemi>

 

[2]

ΕΛΛΗ ΦΙΛΟΚΥΠΡΟΥ

Τόσο στα ελευθερόστιχα όσο και στα παραδοσιακού μέτρου ποιήματα έχεις καταπιαστεί με δύσκολα θέματα, όπως αυτό της αλλοτρίωσης και της διάψευσης, και έχεις κατορθώσει να μιλήσεις για αυτά με άμεσο τρόπο. Πάρα πολύ μου άρεσε το “Θωμάς”, με την απρόσμενη χρήση που έκανες της γνωστής φράσης, όπως και το “Επί πέτρας ασείστου”, το “Σαν πολύτιμα πετρώματα”, καθώς και το σε άλλο κλίμα “Ροδώνες της ελπίδας”. Νομίζω ότι με τον συνδυασμό εικόνων γκρεμίσματος, αδειάσματος, ακινησίας, αφενός, και απαντοχής, στερεότητας, μνήμης, από την άλλη, έχεις δώσει κάτι βαθιά στοχαστικό.

 

[3]

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Λεωνίδας Γαλάζης, Αμπέλια της απαντοχής, Βιβλιοπωλείο της Εστίας



Αμπέλια της απαντοχής: εύγλωττος ο τίτλος. Ένας άνθρωπος που έρχεται από τα  σπλάχνα της φύσης και τους δεσμούς με αυτήν, καταλήγει στα γραφεία της δημόσιας υπηρεσίας και αντέχει μόνο και μόνο γιατί αποβλέπει στη λύτρωση που θα βρει επιστρέφοντας στα γήινα και ουράνια, στο γενέθλιο παράδεισο.

Στο ενδιάμεσο όμως ζει στην κόλαση της γραφειοκρατίας με όλα τα παρεπόμενα, στο απρόσωπο και απάνθρωπο, στη ματαιότητα των εγκοσμίων, δεμένος «στις καρέκλες με σχοινιά και αλυσίδες» ως άλλος Καρυωτάκης ή Σεφέρης ή Καβάφης.

Ποιήματα σε παλαιές φόρμες, με ζευγαρωτή ως επί το πολύ ομοιοκαταληξία, σε στίχους ποικίλων αριθμών συλλαβών, ιαμβικούς ή τροχαϊκούς, μνήμες παλαιών μέτρων και ρυθμών ζωντανεύουν και αιφνιδιάζουν με την ευρηματικότητα.

Η επιστροφή αυτή μπορεί να ερμηνεύεται ως σύμφυτη με το τυπικό της υπαλληλικής ζωής, ενέχει όμως και το στοιχείο της ρομαντικής επιστροφής στις παλιές καλές εποχές. Πάντως η αυστηρότητα του στίχου δεν καταπνίγει τη συναισθηματική φόρτιση των ποιημάτων ούτε τη χάρη του ρυθμού. Αντίθετα, από τον σφιχτοδεμένο στίχο μπορούν να ξεπετιούνται φτερωτά νοήματα ελευθερίας και ομορφιάς.

Άλλα ποιήματα, διδακτικά, της πείρας των χρόνων και της ζωής, εμπλουτισμένα με εικόνες της φύσης και της καρδιάς, στα οποία η διδακτική ποίηση ξαναβρίσκει στην απλότητα της συνομιλίας τον ήρεμο καθοδηγητή ή και κριτή προσώπων και καταστάσεων.

Η ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη Αμπέλια της απαντοχής κομίζει πείρα χρόνων σε έμμετρο πυκνό λόγο.

Στέλιος Παπαντωνίου

<https://share.google/jt1Ks2WmyDYVLomdh>

 

[4]

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

 

Η ποιητική της «απαντοχής»

Η ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη, Αμπέλια της απαντοχής (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2025), συγκροτεί έναν κόσμο υψηλής συναισθηματικής έντασης, όπου το προσωπικό βίωμα τέμνεται με την κοινωνική ασφυξία και την υπαρξιακή αγωνία. Μέσα από τους στίχους αναδύεται μια φωνή που μετεωρίζεται ανάμεσα στη φθορά της καθημερινότητας και την επιθυμία για υπέρβαση, αρθρώνοντας έναν λόγο καρτερίας μέσα σε ένα τοπίο ποικίλων απογοητεύσεων.

Κεντρικός πυρήνας της συλλογής είναι η αίσθηση του εγκλωβισμού, την οποία βιώνει με έντονο τρόπο το ποιητικό υποκείμενο. Στους «Μονολόγους» —με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα εκείνους του «δημοσίου υπαλλήλου» και του «πιστού»— η υιοθέτηση της γραφειοκρατικής ορολογίας, των «πρωτοκόλλων» και των «διοικητικών πράξεων», υπογραμμίζει την παγίδευση του σύγχρονου ανθρώπου στα γρανάζια των υπηρεσιών. Το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται δέσμιο ενός ανάλγητου μηχανισμού, έρμαιο μιας απρόσωπης διαδικασίας που ακυρώνει την ατομικότητα και την ελευθερία, όπου ο κοινωνικός καταναγκασμός δεν επιβάλλεται μόνο εξωτερικά, αλλά εσωτερικεύεται και μετουσιώνεται σε βαθύ ψυχικό άλγος.

Ο κλοιός της καθημερινότητας αποκτά υλική υπόσταση μέσα από μια σειρά συμβόλων που υποδηλώνουν την καθήλωση: δεσμά, αλυσίδες και πέτρες, με κυρίαρχο το μοτίβο του σχοινιού. Στο ποίημα «Το άλλο σχοινί», η δέσμευση «ως τα έγκατα του νου» φανερώνει πως η προσκόλληση στις «καρέκλες» αναχαιτίζει κάθε αίσθηση ελευθερίας. Η εικόνα αυτή κλιμακώνεται δραματικά στο ποίημα «Σαν πολύτιμα πετρώματα», όπου ο περιορισμός παύει να είναι απλώς διοικητικός και μετατρέπεται σε μια «κόγχη που σε πνίγει σαν αγχόνη». Εδώ, η παγίδευση αποκτά και την όψη της διάψευσης κάθε προσδοκίας, καθώς το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με τα «λείψανα των προδομένων ονείρων» του, τα οποία η θάλασσα —άλλοτε σύμβολο φυγής— τώρα «ξεβράζει στη στεριά» ως τεκμήρια εσωτερικής ήττας. Η προτροπή για την περισυλλογή αυτών των συντριμμιών ως «πολύτιμων πετρωμάτων» αποτελεί τη μόνη πράξη διάσωσης της αξιοπρέπειας μέσα σε ένα περιβάλλον απόλυτης ασφυξίας.

Η πολυσημία του σχοινιού προσλαμβάνει μεταφυσικό βάθος, το οποίο κορυφώνεται στις αναφορές στην Παναγία. Η μορφή της, λειτουργώντας ως αρχέτυπο παρηγορητικής θλίψης, εποπτεύει το ανθρώπινο γίγνεσθαι, καθώς οι πιστοί «τραβούν τα σχοινιά της φυλακής τους». Η δέσμευση παύει να είναι απλώς διοικητική και αναδεικνύεται σε σύμφυτο στοιχείο της ανθρώπινης μοίρας. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, το φυσικό στοιχείο —τα βουνά, η θάλασσα και τα πουλιά— αποτελεί το μοναδικό αποκούμπι και τη μόνη χαραμάδα διαφυγής από το ισοπεδωτικό περιβάλλον.

Η ποιητική γεωγραφία του αδιεξόδου διευρύνεται μέσα από ένα σύνθετο δίκτυο διακειμενικών αναφορών. Από την ομηρική Οδύσσεια έως τον Κατάδικο του Θεοτόκη, τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και την ποίηση του Σεφέρη και του Καβάφη, το ποιητικό υποκείμενο ψηλαφεί τις ρίζες της ανθρώπινης υποταγής. Εικόνες όπως οι «προσωπιδοφόροι της απάτης» και οι «εχθρικές επιθέσεις» συνθέτουν ένα σκηνικό ηθικής αποσύνθεσης, όπου τα «γαμψά νύχια», οι «βρυχηθμοί», οι «εμπτυσμοί» και τα «χτυπήματα κάτω από τη μέση» υπογραμμίζουν την αγριότητα ενός κόσμου που κυριαρχείται από θεσιθήρες και αυλοκόλακες. Ο ποιητής αποτυπώνει ανάγλυφα την αποστροφή του σε όσους εχθρεύονται την αλήθεια, ενώ κυρίαρχη παραμένει η θλίψη του για την αναξιοκρατία. Πρόκειται για συνθήκη που δεν ανακόπτει απλώς την ιεραρχική ανέλιξη, αλλά καταδικάζει το άτομο στη μοναξιά, στραγγίζοντας το από κάθε χαρά ζωής και ζωτικής ορμής και αποκόπτοντάς το από την οργανική του σύνδεση με τον φυσικό κόσμο («Σαν πλατανόφυλλα»).

Πέρα από τους συμβολισμούς, το σκηνικό της συλλογής —το «άπληστο κτίριο», οι «κλειστές πόρτες» και ο αποστειρωμένος χώρος του γραφείου— ανακαλεί έντονα το κλίμα της καρυωτακικής ποίησης. Ο Γαλάζης υιοθετεί συνειδητά μοτίβα του Κώστα Καρυωτάκη, εντάσσοντάς τα όμως σε σύγχρονο πλαίσιο. Παρόλο που διατηρεί την ιδιοπροσωπία του, μπολιάζοντας τον λόγο του με το κυπριακό τοπίο και την ηθική της «απαντοχής», το καρυωτακικό υπόστρωμα παραμένει σαφές. Η συλλογή λειτουργεί τελικά ως μια σύγχρονη μετεξέλιξη αυτής της παράδοσης, μεταφέροντας την υπαρξιακή αγωνία από τα επαρχιακά γραφεία των αρχών του 20ού αιώνα στους «σκοτεινούς διαδρόμους» και τα ψηφιακά περιβάλλοντα του 21ού.

Όπως ο ποιητής της Πρέβεζας στο εμβληματικό του ποίημα «Δημόσιοι υπάλληλοι» στηλίτευσε τη φθορά της γραφειοκρατικής καθημερινότητας, έτσι και ο Γαλάζης εστιάζει στην πλήξη του εργασιακού χώρου. Στον «Μονόλογο δημοσίου υπαλλήλου», η καυστική ειρωνεία για την ιεραρχία και τη μετάθεση των ευθυνών ανακαλεί την καρυωτακική σάτιρα για τη διοικητική μηχανή. Στο ποίημα «Όαση», το σκηνικό της ασφυξίας συμπληρώνεται από τα πληκτρολόγια που «εργάζονται πυρετωδώς» πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες.

Πέρα από την καυστική σάτιρα της υπαλληλικής καθημερινότητας, η συλλογή εμβαθύνει στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία περιγράφεται ως μια διαρκής πάλη με «ρευστά υλικά». Στο ποίημα «Ρευστά υλικά», ο ποιητής αντιπαραβάλλει τη σταθερότητα της ζωής, τις «δομές» που χτίζονται με γνώση με βύθιση μέσα σε «ωκεανό εκκρεμών εγγράφων», χάνοντας την επαφή με το «σταθερό σημείο» της ζωής. Η διαπίστωση πως η ζωή είναι «λάσπη ρευστή κι ασχημάτιστη» που απειλεί να εισχωρήσει στην ψυχή, προσδίδει μια δραματική διάσταση στην προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ακεραιότητά του.

Αυτή η αγωνία για την εσωτερική ελευθερία κορυφώνεται στα «Ανδράποδα της νέας εποχής», όπου ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται απλώς ως θύμα του συστήματος, αλλά ως «θεατής» που βυθίζεται στο «τέλμα της απραξίας», επιτρέποντας την εμπορευματοποίηση ακόμη και της ίδιας της υπόληψής του. Η υπαρξιακή συνθήκη περιγράφεται ως ένα «απέραντο φρουραρχείο», όπου η απουσία έστω και της παραμικρής ένδειξης «μιας ελάχιστης αυτονομίας» μετατρέπει τα υποκείμενα σε ανδράποδα, έτοιμα να θυσιάσουν την ελευθερία τους για ψεύτικες υποσχέσεις.

Παράλληλα, ο ποιητής στρέφεται στο θέμα της ηθικής δοκιμασίας και της προδοσίας. Μέσα από ποιήματα όπως η «Άρνηση» και το «Μετά την άρνηση», η υπαρξιακή συνθήκη συνδέεται με το βάρος των επιλογών.

Η μεταφορά των μετάλλων που «πυρακτώνονται» με την τριβή υποδηλώνει ότι οι πράξεις του ανθρώπου δοκιμάζονται κάτω από ακραίες συνθήκες («μέσα στην κοσμοχαλασιά και στην αντάρα»), εκεί όπου η σιωπή ή η άρνηση («δεν είδες, δεν άκουσες, δεν γνωρίζεις») αποκτούν βαρύνουσα ηθική σημασία.

Ο ποιητής, ωστόσο, οραματίζεται το αμάρτημα ως «δύναμη του αέρα» που μπορεί να μετατραπεί σε «παντιέρα» αλλαγής.

Τέλος, η υπαρξιακή αναζήτηση βρίσκει καταφύγιο στην «πίστη στον άνθρωπο», παρά τις διαψεύσεις. Στο ποίημα «Άγγελοι μιας νέας προδοσίας», η πίστη αυτή δεν αφορά τις «μεταμφιέσεις των ανθρώπων», αλλά εκείνους τους λίγους που «κινούνται μόνο στο φως» και των οποίων η ψυχή παραμένει «ουρανός αυγουστιάτικος» ακόμη και στον χειμώνα. Αυτοί οι «άγγελοι» είναι που επιτρέπουν την «επανάσταση των λουλουδιών», μετατρέποντας την υπαρξιακή απελπισία σε μια πράξη αντίστασης ενάντια στους συμβιβασμούς και τους διαξιφισμούς.

Παρά τη θλίψη των καθημερινών ματαιώσεων, ωστόσο, τα 62 ποιήματα της συλλογής αφήνουν μια «ρωγμή»: την απαντοχή. Αυτή η έννοια λειτουργεί ως το απόλυτο αντίδοτο στην απόγνωση. Τα «αμπέλια της απαντοχής» και οι «ροδώνες της ελπίδας» ορθώνονται απέναντι στη «θάλασσα της λύπης», μετατρέποντας τον πόνο σε ποιητική δημιουργία. Στο ομότιτλο ποίημα, ο αμπελώνας στέκει ως το έσχατο οχυρό ζωής, ένα οντολογικό αντίβαρο που καρποφορεί υπό συνθήκες πικρού μόχθου. Αναδεικνύει την παράδοση όχι ως μουσειακό είδος, αλλά ως ενεργό τρόπο επιβίωσης, ακόμα και όταν η κίνηση περιορίζεται ασφυκτικά «μέχρι τ' αντικρινό βουνό».

Ο ίδιος ο τίτλος, άλλωστε, συνιστά ένα ποιητικό μανιφέστο: τα «αμπέλια» συμβολίζουν τις σταθερές μας ρίζες, ενώ η «απαντοχή» —λέξη φορτισμένη με την υπομονή και την προσμονή— μετουσιώνεται σε στάση ζωής και ηθικής αντίστασης. Για τον ποιητή, ο όρος δεν συνεπάγεται μοιρολατρική παραίτηση, αλλά μια αγωνιώδη, ενεργό προσπάθεια του ανθρώπου να σταθεί όρθιος και δημιουργικός «προτού βαθιά νυχτώσει». Είναι η προσπάθεια των «κουρασμένων στρατοκόπων» να διασώσουν τη «λιγοστή σοδειά» τους, αρνούμενοι να μετατραπούν σε «άβουλες σκιές» ή να πνιγούν από την αγχόνη που στήνει η σύγχρονη καθημερινότητα. Παρά το «πικρό ψωμί» και το «κρασί της συμφοράς», τα αμπέλια αυτά εξακολουθούν να αποτελούν σύμβολο ανθεκτικής ανθρωπιάς που αντιστέκεται στο «παγερό φως» του κενού.

Ως προς τη μορφή, η συλλογή ξεχωρίζει για τη μορφική της ποικιλομορφία. Συνυπάρχουν ποιήματα με έμμετρο, παραδοσιακό στίχο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία —συχνά οργανωμένα σε δίστιχα— με ελεύθερους στίχους που παραπέμπουν σε θεατρικούς μονολόγους.

Η γλώσσα κινείται ανάμεσα στο λόγιο και το ιδιωματικό: αντλεί από το εκκλησιαστικό ύφος, ενώ ενσωματώνει κυπριακές εκφράσεις, προσδίδοντας αυθεντικότητα και έντονο τοπικό χρώμα. Πλούσια και ρέουσα, ισορροπεί δημιουργικά ανάμεσα στην ειρωνεία και τον λυρισμό. Παράλληλα, η εναλλαγή των ρηματικών προσώπων, του α΄ και του β΄, εντείνει τη δραματικότητα και δημιουργεί μια αίσθηση άμεσου διαλόγου με τον αναγνώστη.

Πάντως, το συναισθηματικό τοπίο, αν και σκοτεινό, δεν διολισθαίνει στην απελπισία. Η συλλογή αναπνέει μέσα από μια λυρική τρυφερότητα, όπου ο έρωτας και η πίστη λειτουργούν ως «Βάλσαμο». Στα ερωτικά του ποιήματα, ο Γαλάζης επιστρατεύει τη γηγενή ντοπιολαλιά για να υμνήσει μια αγάπη απόλυτη, που σαν «λαμπρόν» (φωτιά) σαρώνει τη φθορά και υπόσχεται πως το «ρόδο της αγάπης» θα ανθίζει παντοτινά, κόντρα στις παγωμένες εποχές. Αυτός ο ερωτικός λυρισμός συναντά τη θρησκευτική κατάνυξη, καθώς οι «τελευταίες ρανίδες απ' την πληγή της Παναγίας» στάζουν στο χώμα ως πράξη ίασης και παρηγοριάς. Σε αυτό το πλαίσιο, η ποίηση υποκλίνεται μπροστά στην ίδια τη ζωή, αναγνωρίζοντας πως μια «σταγόνα μέλι» —η ελάχιστη δηλαδή προσφορά αγάπης— είναι συχνά πιο ζωτική από χιλιάδες στίχους. Όπως ο Καρυωτάκης χρησιμοποίησε την ειρωνεία ως ασπίδα, έτσι και ο Γαλάζης επιστρατεύει τον έρωτα και τη φύση ως αντίβαρο στην υπαρξιακή «άβυσσο». Απέναντι «στων αρμάτων την ταραχή», στα «κουρέλια των ιερών και των οσίων», («Ύψωσε τα χέρια σου»), η «απαντοχή» δεν είναι μια παθητική αναμονή, αλλά στρατηγική επιβίωσης. Είναι η δύναμη που μετουσιώνει τη θλίψη σε δημιουργική ορμή και την προσωπική οδύνη σε συλλογική καρτερία.

Αυτή η στάση συνδέεται άρρηκτα με την τοπιογραφία της Κύπρου. Η Μαδαρή, βουνοκορφή του Τροόδους, μετουσιώνεται από γεωγραφικό σημείο σε ένα υμνητικό σύμβολο ηθικού αναστήματος, λειτουργώντας ως ένας «αδάκρυτος» φρουρός που επιβλέπει το τραύμα της κατεχόμενης Μόρφου. Ενώ ο άνθρωπος της πόλης περιγράφεται ως δέσμιος μιας άβουλης καθημερινότητας, η ιερότητα του βουνού προσφέρει την προοπτική μιας πνευματικής φυγής προς την ελευθερία, όπου η «απαντοχή» μετατρέπεται από πικρή υπομονή σε μια ενεργητική πράξη πίστης και ιστορικής επιβίωσης.

Συνοψίζοντας, τα Αμπέλια της απαντοχής αποτελούν μια πικρή αλλά διεισδυτική ανατομία της σύγχρονης ψυχής. Ο Λεωνίδας Γαλάζης κατορθώνει να μεταφέρει την καρυωτακική αγωνία στον 21ο αιώνα, μπολιάζοντάς την με το φως του κυπριακού τοπίου και τη δύναμη της παράδοσης. Η συλλογή λειτουργεί ως μια «ρωγμή» στο τείχος της καθημερινής ματαίωσης, υπενθυμίζοντας πως η τέχνη είναι το «κρασί του παραδείσου» που φυλάσσεται σε «δέντρα του πόνου καρπερά». Τελικά, η απαντοχή στον Γαλάζη δεν είναι απλώς υπομονή, αλλά η πνευματική αντίσταση που επιτρέπει στον δημιουργό να μεταμορφώνει τη θλίψη σε ελπίδα και το αδιέξοδο σε ποίηση.

<https://www.periou.gr/agathi-georgiadouleonidas-galazis-abelia-tis-apantochis-vivliopoleion-tis-estias-2025-isbn-9789600519778/>  

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025

 

ΣΠΙΝΘΗΡΕΣ ΠΙΣΤΗΣ

Παρωδία του ποιήματος 17, Σατιρικά γυμνάσματα, Σειρά πρώτη, του Κ. Παλαμά

 

Ατρόμητος έξω απ’ τον χρόνο λαμπαδιάζει,

χωρίς ν’ αποτεφρώνεται ο Γρηγόρης!

—Ακοίμητη λαμπάδα πώς το σκότος μας αδειάζει,

 

σαν τι να ψάχνει στην εκκλησιά των ασωμάτων;

— Της πίστης υπολείμματα γυρεύει

ψήγματα θάρρους, υπολείμματα θαυμάτων 

 

μ’ ανοίγουν ξάφνου τα παραπετάσματα

και βγαίνουν στη σκηνή οι σαλταδόροι

δίνουν και παίρνουν τα εμβάσματα

 

στο φως της μέρας π’ ωχριά και σιγολιώνει.

— Πότε το φως ξανά θα δούμε τ’ ουρανού σου

της πίστης σου σπινθήρες στο σκουριασμένο μας αμόνι;

 

Κι έμεινε κει στο βάθος του ναού το σκότος μας ν’ αδειάζει,

μ’ αυτό ξανά να πλημμυρίζει το είναι μας, πάλι και πάλι.

 

Πλατανιστάσα – Αρχάγγελος

7 - 20/09/2025

 © Λεωνίδας Γαλάζης

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

 

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ 


ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΔΑΡΗ 

Αστέναχτή μου Μαδαρή, σκύψε για λίγο μόνο

πάνω απ’ της Μόρφου την οργή, την πίκρα και τον πόνο.


Οι κεραυνοί σε πολεμούν κι οι ανεμικές σε δέρνουν

μα εσύ στέκεις ατάραχη ακόμη κι αν σου φέρνουν


μαύρα πουλιά και αετοί μαντάτα της αντάρας 

κι οι ράχες σου βυθίζονται στο νέφος της κατάρας.


Αδάκρυτή μου Μαδαρή τον πόνο σου πετρώνεις

πάνω στην πέτρα της οργής την πίστη θεμελιώνεις


αδάκρυτη στις συμφορές και στις χαρές γενναία

μ’ υπομονή προσμένοντας την άνοιξη τη νέα.


Χαίρε βουνό που μάχεσαι τη συννεφιά της λύπης

και στις αγέλες των δεινών δεν μας εγκαταλείπεις.


Στις ράχες σου πετούν αετοί κι αδέκαστα ξεφτέρια

και μας κοιτούν από ψηλά, με σταυρωμένα χέρια 


μες στα κλουβιά μας άβουλους, δεμένους μ’ αλυσίδες

με προσευχές σαν χαϊμαλιά, ύμνους και παννυχίδες


δειλά να περιμένουμε την αστραπή του ονείρου

στις ράχες σου ν’ ανέβουμε στην αγκαλιά του απείρου


ζωσμένοι με της λευτεριάς την ακριβή σου ζώνη

που τα δεσμά μας καταλεί, πύργους ξεθεμελιώνει. 


Χαίρε που άγιοι μάρτυρες μονάζουν στην κορφή σου

μ’ άρτους ζωής τις πέτρες σου και σκάλα Παραδείσου. 


Στην κορυφή σου προτομές μαρτύρων και προγόνων

πότε τηρούν τον ουρανό πότε τη γη των πόνων. 


Κι η Παναγιά στο διάσελο στρώνει τη σιωπή της

να πραγαλιάσουν οι καημοί, της μάχης ο πετρίτης. 


15-28/09/2024


ΜΑΔΑΡΗ 

Ήσουν μια πέτρα στον γκρεμό 

κι έσκυβα να σε φτάσω.

Μίλησε κι ας σ’ ακούσουν μονάχα οι φανοστάτες.

Πέφτουν τα θραύσματα της λύπης σου

στη θάλασσα της Μόρφου και μαυρίζει.

Πάλι στον τροχό για την ατέρμονη πάλη

πάλι πίσω στη γυάλινή σου Λευκωσία 

στης ανάγκης το κράτος, στης ζωής την αιθάλη.

Γιατί, λοιπόν, απορείς   

που η Παναγία έσπευσε να σώσει 

τα παιδιά ενός άλλου θεού στο Κάβο Γκρέκο;

Αυτό θα έκανε κι ο γιος της.

14-21 Φεβρουαρίου 2024

@ Λεωνίδας Γαλάζης 

Κυριακή 29 Αυγούστου 2021

Αναδημοσίευση από τον Βιότοπο Πολιτισμού Culture Book, 21 Αυγούστου 2021 

 https://www.culturebook.gr/kritiki-parousiasi/leonidas-galazis-stroseis-tou-anefiktou-parousiasi-apo-tin-eleni-artemiou-fotiadou.html


Λεωνίδας Γαλάζης, Στρώσεις του Ανέφικτου - Παρουσίαση από την Ελένη Αρτεμίου - Φωτιάδου

leonidas_galazis

Πάντα θα μένει κάτι που δεν είδες ακόμη/μια στροφή στην κορφή και απότομοι δρόμοι/θα μένει κάτι που δεν άγγιξες στο βάθος της ψυχής σου/το όραμα μιας αστραπής στο τέλμα της ζωής σου/{…} Γι΄αυτό θα μένεις πάντα να κοιτάς τη νύχτα απ΄το παράθυρο/αστέρες να διαγράφονται μύριων πιθανοτήτων/που εσύ δεν μπόρεσες ποτέ να πραγματώσεις/κι έμειναν απλανείς στον ουρανό να σε κλονίζουν/με ίσκιους ολοζώντανους τη σκέψη σου να σκίζουν ( Απ΄το παράθυρο, σελ.36)

«Στρώσεις του Ανέφικτου» (Φαρφουλάς 2020) είναι ο τίτλος της δέκατης συλλογής του γνωστού Κύπριου ποιητή Λεωνίδα Γαλάζη. Μια ποιητική συλλογή, η οποία αρθρώνεται σε τρεις ενότητες: Νερό της Γνώσης, Σιωπηλά Μιλήματα, Ψωμί της Εξορίας. Η προμετωπίδα του βιβλίου, απόσπασμα από τον Ερωτόκριτο του Βιτζέντζου Κορνάρο, προδιαθέτει για την κεντρική κατευθυντήρια ιδέα της συλλογής: «Και πάλι εκείνη η πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει/πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη») ΄Αλλωστε, πεθυμιά και επιχείρημα των ποιητών είναι όντως κάτι ουσιαστικά ανέφικτο, θα μπορούσε αποφαντικά κάποιος να πει, αφού επιχειρούν να συνοψίσουν την ποίηση μέσα στο ελάχιστο των λέξεων.

Το βιβλίο εμπεριέχει ποιήματα με θεματική που εκτείνεται σε πολλά πεδία του κοινωνικού και πολιτικού βίου, ενώ δεν λείπουν και τα ποιήματα ποιητικής. Μία αίσθηση ματαίωσης οραμάτων, συμβιβασμού και προσαρμογής στις εκάστοτε πραγματικότητες είναι αυτό που αποκομίζει ο αναγνώστης, καθώς διατρέχει και τις τρεις ενότητες, κι είναι αυτή η αίσθηση που λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός ανάμεσά τους, δικαιολογώντας και τον τίτλο της συλλογής.

Για ποιους προορίζονταν τα τείχη/όταν εμείς δεν ξέραμε/ποιος είν' ο ΄Εκτορας και ποιος ο Αχιλλέας /ποιοι Τρώες κρύβονται μέσα μας/ποιοι Αχαιοί χτίζουν το μέλλον μας /στις επάλξεις των συμβιβασμών. (Tείχη , σελ. 13)

Πέρα από τις πρωτοπρόσωπες αναφορές πληθυντικού αριθμού, με τις οποίες δηλώνει τη μαζική απήχηση των γεγονότων εντός της εποχής τους, ο ποιητής επιλέγει συγκεκριμένα πρόσωπα του Μύθου και της Ιστορίας, όντα πεπερασμένα τα οποία κινήθηκαν με τη νοσταλγία του απείρου και χόρεψαν κυριολεκτικά πάνω στο φτερό του καρχαρία, κατά τον Καββαδία. Στην ενότητα «Νερό της Γνώσης», που είναι και η μεγαλύτερη της συλλογής, εμφανίζεται ο ΄Εκτορας εκτεθειμένος στις επάλξεις, ο Δώρος Λοΐζου με φλόγες να αναβλύζουν από το αίμα της δολοφονίας του, η Εκάβη, που τίποτα κατά τον ποιητή δεν μαρτυρά τον χαλασμό στο βλέμμα της. Και είναι ακόμα η Ελένη με όρκους σαν δελτία θυέλλης, η «Ελένη της σφαγής και της απελπισίας». (Ελένη, σελ. 28) Παρουσιάζεται επίσης ο Οιδίποδας, που δεν μπορεί μετά την τραγωδία, παρά να προφυλαχτεί από τις πρόκες της Συνείδησης, κατά τον ποιητή. Κι ο Ονήσιλος με την ψυχή στον κάμπο, « …όσο την πατούν εκείνη ν΄ανθίζει/μ' όσα λουλούδια βάζει ο νους/κι αστέρια των αρμάτων. » ( Ονήσιλος, σελ. 31)

Στην ενότητα «Σιωπηλά Μιλήματα» η ποιητική γραφή ανακαλεί μνήμες από αγαπημένα πρόσωπα και ως εκ τούτου γίνεται πιο εσωστρεφής. Σε μια ζωή όπου είναι «όλα στη σκηνή διευθετημένα» ( Σκηνοθεσία, σελ. 53), ο έρωτας και η ποίηση αναδύονται από μυστικό βυθό για να καταστούν δυνάμεις απαντοχής και αναγέννησης. Τη δημιουργική αυτή συνύπαρξή τους δηλώνει ο ποιητής στο ποίημα «Υποσημείωση» και στη λεγόμενη παραλλαγή του, όπου ο έρωτας/ποίηση ή η ποίηση/ έρωτας θα μείνει «…κι αν όλα σβήσουν και χαθούν» ( σελ. 58, 59)

Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου «Ψωμί της εξορίας» ο ποιητής, ως μάρτυρας του καιρού και της ύπαρξης, στέκεται κριτικά απέναντι σε κεντρικούς μηχανισμούς εξουσίας και θέματα γραφειοκρατίας. Ο λόγος του ποιητή άμεσος, ελάχιστα υπαινικτικός, ψέγει διαδικασίες που ταλανίζουν και συνθλίβουν τον μέσο άνθρωπο, αλλά και τους ίδιους τους εντεταλμένους φορείς της εξουσίας.

Από γραφείο σε γραφείο/με φράσεις μαγικές για ν΄ανοίγουν οι πόρτες/ν΄ανθίζουν πλαστικά χαμόγελα /στις γλάστρες των αισθημάτων του πρωτοκόλλου/μέχρι ν΄ασπρίσεις από την εξάντληση/των αποθεμάτων εγκαρτέρησης./Από διάδρομο σε διάδρομο με τις σημάνσεις/των περιοχών ευθύνης εντός του γράμματος του νόμου./Το πνεύμα παραδίδεται/σ΄εντεταλμένους αρμοδίους/για τις νενομισμένες προδιαγραφές/των εργασιών με τάξη και ασφάλεια/και δίχως τύψεις για τυχόν καθυστερήσεις /κι άλλες αναβολές που έξω η ζωή δεν συγχωρεί./Αλλά εδώ παράπονα και κλάψες δεν περνούν /κι ας αυξάνονται οι παλμοί της καρδίας επικίνδυνα./Μόνο οι διαδικασίες να διαφυλαχθούν πάση θυσία! ( «Γραφεία», σελ. 71)

Θεματικά διακείμενη στην καρυωτακική ποίηση, η τρίτη αυτή ενότητα, ένα σχεδόν αιώνα μετά, με το τέρας της γραφειοκρατίας να απομυζεί τον υπάλληλο στα γραφεία και τους διαδρόμους. Με λεπτό χιούμορ και σαρκασμό επιχειρεί και ο Γαλάζης να αποκαλύψει τον γραφειοκρατικό εφιάλτη της εποχής του, χωρίς φιλολογικές εξάρσεις που θα αποχρωμάτιζαν ή θα απάμβλυναντη σκληρή πραγματικότητα. ΄Αλλωστε, όπως τονίζει, απευθυνόμενος μάλλον στον εαυτό του στη διεργασία ενός εσωτερικού διαλόγου, «Πρόσεξε μην πέσεις στην παγίδα των σπάνιων λέξεων. Δεν είναι τα ποιήματα αποθήκες/να στοιβάζεις τις σκονισμένες/εγκυκλοπαιδικές σου γνώσεις./Ούτε προθήκες κοσμημάτων./Σε ποιους να τα πουλήσεις άλλωστε;/Μόνο κοίταξε με το σφυρί σου να καρφώνεις/τις ταπεινές σου λέξεις στους τοίχους» («Προθήκες κοσμημάτων», σελ. 74)

Και την προσωπική αυτή συνθήκη λόγου ο ποιητής τηρεί σε όλη τη συλλογή, αυξάνοντας με τη λιτότητα του στίχου τη δυναμική της ποιητικής έκφρασης και του συναισθήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το ποίημα « Το θέμα είναι», το οποίο και παραθέτω ολόκληρο.

Το θέμα είναι να μη σε καταπιούν οι διάδρομοι/να μη σε συνθλίψουν οι πόρτες/να μη σε καθηλώσουν τα καρφιά/στην ίδια πάντοτε θέση/ ακόμα κι αν γι΄αυτό θα μείνεις/μόνος με τις λέξεις/κοφτερά χαλίκια στα χέρια σου/την άρνησή σου να χαράζεις /στους τοίχους του κελιού σου/σαν ύστατα συνθήματα/κραυγές μελλοθανάτου. (Το θέμα είναι, σελ. 77)

Ο Γαλάζης ψυχογραφεί την εποχή του και τους ανθρώπους της με χαμηλόφωνη γραφή, με γλώσσα λιτή και ταυτόχρονα πυκνή. Περιγράφει μια καταθλιπτική, διαβρωτική καθημερινότητα, η οποία διαχρονικά συσσωρεύει στρώσεις του απραγματοποίητου έως ανέφικτου και συνεπακόλουθα προκαλεί τη ματαίωση και τον συμβιβασμό, λέξη την οποία συναντούμε σε διάφορα ποιήματα της συλλογής. Στη συγχρονία και διαχρονία της η ποίηση αναμοχλεύει τις συνθήκες των καιρών με την προοπτική ενός ανανεωτικού κόσμου, αλλά υπερισχύει εν τέλει η εκλογικευτική διάστασή της.

Η ποίηση κάθισε κάπου στη γωνιά/μη γίνει στόχος επικλήσεων/απ'όσους προσδοκούν/τις θαυματουργικές της επενέργειες /στην πόλη των συμβιβασμών( Μην περιμένεις, σελ. 18)

Ωστόσο, αν όχι θαυματουργικά, η ποίηση δεν θα πάψει ποτέ να λειτουργεί ιαματικά.

Ένα ποίημα παρακαλώ χωρίς περιστροφές/με ψυχρά δεδομένα/στεγνό, για κάθε στομάχι./ Ένα ποίημα με ορθές γωνίες/ένα ποίημα πρώτης ανάγκης/για την επίδεση των τραυμάτων. («Δελτίο Θυέλλης», σελ. 27)

΄Αλλωστε, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης διακηρύσσει «η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος» και μπορούμε να συμψηφίσουμε στην έννοια του θανάτου τόσο τη βιολογική όσο και την πνευματική και συναισθηματική διάσταση. 

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

 

 

Λεωνίδας Γαλάζης

Τρόποι και λειτουργίες της παρωδίας στην ποίηση του Τεύκρου Ανθία

Πρόδρομη ανακοίνωση

 

Όπως είναι ευρέως γνωστό, η ποίηση του Ανθία διαπνέεται από τις πανανθρώπινες αξίες της ειρήνης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αγωνιστικότητας και της διεκδίκησης της ελευθερίας. Στο γενικό αυτό πλαίσιο εντάσσεται το στοιχείο της πολεμικής, μέσω της σατιρικής στηλίτευσης, στάσεων και συμπεριφορών που αντιβαίνουν στις πιο πάνω αξίες ή και τις παραβιάζουν κατάφωρα. Όπως είναι επίσης γνωστό, η πολεμική εναντίον διάφορων θεσμών ‒και ιδίως της εκκλησίας‒ εντοπίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα και πυκνότητα στις πρώτες ποιητικές συλλογές του Ανθία (Άγιε Σατάν, ελέησόν με, 1930· Η Δευτέρα Παρουσία, 1931· To Πουργατόριο, 1931) και συνδέεται με τον αφορισμό του από την Εκκλησία της Κύπρου.

Ωστόσο, η ενασχόλησή του με τη σατιρική ποίηση αρχίζει νωρίτερα, δεδομένου ότι ήδη το 1927 δημοσιεύει στο Φραγκέλιο του Νίκου Βέλμου (1890-1930) ποιήματα στα οποία στηλιτεύεται ο συντηρητισμός και η προγονολατρία στην εκπαίδευση, καθώς και η κοινωνική αδικία.[1] Στα επόμενα χρόνια, όπως διαπιστώθηκε από τον αείμνηστο Ανδρέα Κλ. Σοφοκλέους[2] και άλλους μελετητές, ο Ανθίας ασχολήθηκε πιο συστηματικά σε τρεις περιόδους με την επικαιρική σατιρική ποίηση. Στην πρώτη περίοδο (1937-1941) διατηρούσε τη σατιρική στήλη της εφημερίδας Ελευθερία με το ψευδώνυμο Πεννοφόρος, στη δεύτερη δημοσίευε με το ίδιο ψευδώνυμο σατιρικά ποιήματα στο περιοδικό Κυπριακή Επιθεώρησις (1941-1945) και στην τρίτη (1956-1957) είχε τη σατιρική στήλη «Τάδε έφη Ζεβεδαίος» στην εφημερίδα Χαραυγή, με το ψευδώνυμο Ζεβεδαίος.[3]

Επομένως, ο όγκος των αθησαύριστων αυτών σατιρικών ποιημάτων (σύμφωνα με τον βάσιμο υπολογισμό του Ανδρ. Κλ. Σοφοκλέους ανέρχονται γύρω στα χίλια)[4] επιβάλλει τόσο τη συγκέντρωση και έκδοσή τους όσο τη μελέτη τους, και ξεχωριστά αλλά και σε συνάρτηση με το corpus των ποιητικών του Απάντων. Την ίδια στιγμή, χωρίς να υπερτιμούμε την ποίηση του Ανθία, θεωρούμε ότι η μελέτη της συνολικής ποιητικής παραγωγής του ενδέχεται να μας οδηγήσει σε αναθεώρηση παγιωμένων εδώ και πολλά κριτικών προσεγγίσεων, με βάση τις οποίες ο Ανθίας, «ενώ στάθηκε τόσο παραγωγικός και πληθωρικός και μολονότι δεν του έλειψαν οι σοβαροί στόχοι, απόμεινε ποιητής μιας και μόνης συλλογής, ετοιμόρροπης κι αυτής σήμερα […]» (Κ. Στεργιόπουλος) ή ακόμη ότι ο ίδιος «[…] ενώ θέλει να είναι σατιρικός, δεν έχει στόφα σατιρικού» (Π. [=Κλ. Παράσχος).[5]  

Στην εργασία αυτή επιλέγουμε να εξετάσουμε το εύρος και τη χρήση της παρωδίας σε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των αθησαύριστων σατιρικών ποιημάτων του Ανθία, υιοθετώντας ως υπόθεση εργασίας ότι  η παρωδία, που χρησιμοποιείται από τον ίδιο, ως μία από τις τεχνικές της επικαιρικής σατιρικής του ποίησης, χρησιμοποιείται και σε ορισμένες από τις δημοσιευμένες ποιητικές του συλλογές. Ας σημειωθεί ότι έχουν προηγηθεί πρόσφατες μελέτες γύρω από συγκεκριμένες αθησαύριστες παρωδίες του Ανθία, με τις οποίες διαλέγεται δημιουργικά αφενός με την ποίηση του Βάρναλη και αφετέρου με την εκκλησιαστική υμνογραφία.[6]

Από τη μελέτη των Απάντων του Τεύκρου Ανθία (1962), καθώς και των μεταγενέστερων ποιητικών του συλλογών Κυπριακή τραγωδία (1965), Λαμπρακιάδα (1966) και Σ’ αγαπώ (1966), διαπιστώνουμε ότι η παρωδία εντοπίζεται κυρίως στις πρώτες «οργισμένες» συλλογές του, που αναφέραμε πιο πάνω. Στις συλλογές αυτές με την αξιοποίηση διακειμένων από την εκκλησιαστική γραμματεία, και με την παρώδηση της εκκλησιαστικής υμνογραφίας και γλώσσας, υπηρετείται ο βασικός στόχος της πολεμικής κατά της θρησκείας, των κληρικών και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Αντίστοιχα, σε ένα μέρος των αθησαύριστων σατιρικών ποιημάτων του Ανθία αξιοποιείται η παρωδία που βασίζεται στη χρήση υμνογραφικών διακειμένων και στην σατιρική τους ανατροπή, με στόχο τη στηλίτευση της εκκλησίας και των εκπροσώπων της. Προτού επικεντρωθούμε στον σχολιασμό αυτών των κειμένων, σημειώνουμε ότι, ενώ στα αθησαύριστα σατιρικά ποιήματα είναι πολύ συχνή η παρώδηση δημοτικών τραγουδιών και ενίοτε ρεμπέτικων ή άλλων τραγουδιών της περιόδου του Μεσοπολέμου, στην υπόλοιπη δημοσιευμένη σε αυτοτελείς τόμους ποίηση του Ανθία ο διακειμενικός διάλογος με το δημοτικό τραγούδι, δεν στοχεύει κατά κανόνα στη σάτιρα και στην ανατροπή, αλλά συχνότερα στην εξύμνηση και στην προβολή προτύπων και αξιών. Πάντως, οι απηχήσεις του δημοτικού τραγουδιού γενικά στην ποίηση του Ανθία είναι εκτεταμένες και γι’ αυτό αξίζει να διερευνηθούν σε ειδική μελέτη.

Μολονότι στα Σφυρίγματα του αλήτη (1929) δεν εντοπίζονται ολοκληρωμένες παρωδίες, δεν λείπουν ορισμένα ψήγματα παρωδίας, αν ληφθεί υπόψη ότι η πρόταξη στο ποίημα «Η προσευχή του αλήτη» του επινίκιου ύμνου «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ […]» λειτουργεί ειρωνικά, καθότι στο κύριο σώμα του ποιήματος ο ύμνος αυτός αποδομείται ανελέητα. Εξάλλου, στην ίδια συλλογή δεσπόζει το κλίμα και η ατμόσφαιρα του ρεμπέτικου τραγουδιού και της ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας του Μεσοπολέμου, που συνδέεται με την αλητογραφία. Η συνομιλία του Ανθία με το ρεμπέτικο τραγούδι και μερικές φορές η παρώδησή του εντοπίζεται και στη συλλογή του Δευτέρα Παρουσία[7] και ευκρινέστερα στα αθησαύριστα σατιρικά του ποιήματα.

Ένα παράδειγμα, λοιπόν, αυτής της συνομιλίας είναι το αθησαύριστο ποίημα «Ιερά εξέτασις» (Ελευθερία, 24 Αυγ. 1937), στο οποίο ο ψευδώνυμος Πεννοφόρος (=Τ. Ανθίας) παρωδεί το ρεμπέτικο τραγούδι «Οι μπαγλαμάδες» (αγνώστου συνθέτη), αφορμώμενος από την έκρυθμη κατάσταση που δημιουργήθηκε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο το Καλοκαίρι του ίδιου χρόνου, μετά την απόφαση για απόλυση καθηγητών και τον δημόσιο διάλογο που ακολούθησε, ιδίως μεταξύ του προέδρου της Σχολικής Εφορείας Θεμιστοκλή Δέρβη και δύο φιλολόγων του σχολείου, των Παύλου Ξιούτα και Κυριάκου Χατζηιωάννου, που τις επόμενες δεκαετίες αναδείχθηκαν σε σημαντικές μορφές των Γραμμάτων στην Κύπρο. Παραθέτουμε τα δύο αυτά ποιήματα:

 

                          ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΙΣ[8]

                         

                          Γύρω – γύρω Δέρβησ…άδες  

                          και στη μέση…, Παλαμάδες

                                –ήτοι «μαλλιαρά» βιβλία.

                                Δεν καπνίζουνε το «μαύρο»,

                                «τόνα πόδι απάνω στ’ άλλο».

                                Συνεδριάζ’ η Εφορεία!

                               

                                Έρχονται κατά δυάδες

                                με διόπτρας και βελάδες

                                όλοι οι… «καθηγητάδες».

                                Και ο Άρχων των εφόρων

                                Ξιούταν τον μαστιγοφόρον

                                εξετάζει στην αρχή:

                                ‒Λέγε εσύ, ω ανθρωπάριον:

                                Το «οσπίτιον» και τ’ «οψάριον»

                                Πώς τα λέμε αρχαϊστί;

                                Και ο Ξιούτας απαντά:

                                ‒Κοίταξε τα λεξικά!

 

                                Τότε… παύεται εν τῳ άμα,

                                κ’ ερωτάται ο Κυριάκος,

                                ο εξ Άχνας ανθρωπάκος:

                                ‒Ποίον το αρσενικόν

                                Της λέξεως «πρωτόκολλον»;

                                ‒Ονομαστική ο «πρωτό-κολλος»

                                γενική «του πρωτο-κόλλου»…

                                ‒Πας και συ κατά διαβόλου…

                                αποφαίνετ’ η Εφορεία

                                και… τελειώνει η συνεδρία!

                                                               

Ο ΠΕΝΝΟΦΟΡΟΣ

                               

                                ΟΙ ΜΠΑΓΛΑΜΑΔΕΣ[9]

 

Στους απάνω μαχαλάδες

πιάσανε τρεις ντερβισάδες.

 

Και τους βάλαν στη βαγόνα

καί τους πήγαν στη Στρατώνα.

 

Γύρω γύρω ντερβισάδες

και στη μέση μπαγλαμάδες.

 

Καί φουμάρανε μαυράκι

κι έτσι κάνανε μεράκι

καί χορεύαν ζεϊμπεκάκι

κι έτσι κάνανε μεράκι.

 

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι με το ποίημα «Ιερά εξέτασις» του Ανθία απομακρυνόμαστε από το μεσοπολεμικό συγκείμενο της ταβέρνας, της χρήσης ναρκωτικών ουσιών και της επακόλουθης δίωξης των χρηστών, που εντοπίζεται στο τραγούδι «Οι μπαγλαμάδες», και μεταφερόμαστε στον χώρο της κυπριακής Μέσης Εκπαίδευσης του τέλους της δεκαετίας του 1930. Το ποίημα «Ιερά εξέτασις» του Ανθία δημοσιεύθηκε στον απόηχο του δημόσιου διαλόγου που αναπτύχθηκε τον Αύγουστο του 1937, μετά τη δίκη και την απόλυση του καθηγητή Ι.Γ. Ιωαννίδη, καθώς και μέσα στο γενικότερο κλίμα αμφισβήτησης από τον Θ. Δέρβη της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης στο Π. Γυμνάσιο. Ο διάλογος αυτός δεν περιορίστηκε μόνο σε συνδικαλιστικά ζητήματα, αλλά και σε ιδεολογικά, καθότι ο Δέρβης θεωρήθηκε από τους δύο φιλολόγους και τους υποστηρικτές τους ως εκφραστής του συντηρητισμού. Αντίθετα, ο πρώτος υποστήριζε ότι εκείνοι υποκινούνταν στις ενέργειές τους από τη συμπάθεια που έτρεφαν, κατά την άποψή του, για την αριστερή ιδεολογία.[10]

Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η δημόσια αυτή αντιπαράθεση δεν σχολιάζεται μόνο ποιητικά, μέσω της παρωδίας, από τον Ανθία, αλλά και με ένα άρθρο του υπό τον τίτλο «Προς όλους τους Κυπρίους διανοουμένους», στο οποίο εκφράζει τη συμπάθειά του προς τους Π. Ξιούτα και Κ. Χατζηιωάννου, τους οποίους θεωρεί προοδευτικούς και αξιόλογους επιστήμονες στους τομείς της ιστορικής και λαογραφικής επιστήμης. Σημειώνει ότι άδικα κατηγορήθηκαν «ως σοβιετίζοντες», ενώ υπογραμμίζει ότι, με αφορμή τα εν λόγω γεγονότα, καταπολεμήθηκε η δημοτική γλώσσα: «Κ’ είδαμε ακόμη να χτυπιέται η δημοτική ‒η γλώσσα του λαού‒ με την απειλή πως θα ξεκαθαριστούν απ’ το Γυμνάσιο όλοι οι Δημοτικισταί ‒δηλαδή εκείνοι που διοχέτευσαν καινούργιο αίμα στ’ ανώτερα σχολεία μας». Τέλος, καλεί τους διανοουμένους σε διαμαρτυρία για όσα συνέβαιναν και τα οποία συνιστούσαν προσβολή «του λαού και των ανθρώπων των γραμμάτων».[11]

Ας επανέλθουμε, όμως, στα ίδια τα συνεξεταζόμενα ποιήματα. Με βάση την τυπολογία των λειτουργιών της παρωδίας που προτείνεται από την Κ. Κωστίου, εντοπίζουμε στο ποίημα «Ιερά εξέτασις» του Τ. Ανθία συνδυασμό δύο λειτουργιών, δηλαδή της αρνητικής κριτικής μέσω της διακωμώδησης και της άσκησης ύφους ή παιγνιώδους ενασχόλησης.[12]

Από τη συνανάγνωση του κειμένου-προτύπου και της παρωδίας του συνάγεται ότι η αρνητική κριτική μέσω της διακωμώδησης επιτυγχάνεται, ανάμεσα σε άλλα, και με τον λανθάνοντα παραλληλισμό, αφενός, του χώρου συνεδριάσεων της σχολικής εφορείας με τον χώρο της ταβέρνας και γενικότερα του περιθωρίου, στον οποίο συχνά γινόταν χρήση ναρκωτικών ουσιών και, αφετέρου της σύλληψης και κράτησης των «ντερβισάδων» με την απόλυση των καθηγητών. Με την ποιητική αυτή σκηνοθεσία διακωμωδείται η συνεδρία και αμφισβητείται η εγκυρότητά της. Παράλληλα με το λογοπαίγνιο «Δέρβης… άδες – δερβισάδες», την ειρωνική χρήση του πληθυντικού αριθμού: Παλαμάδες, αντί Παλαμάς, καθώς και με το κράμα καθαρεύουσας και δημοτικής, επιτυγχάνεται η παιγνιώδης ενασχόληση που δεν συνιστά αυτοσκοπό, αλλά υπηρετεί τη σατιρική στόχευση του κειμένου. Σε αυτή την περίπτωση ο στόχος της ανθιακής σάτιρας, ο «Άρχων των εφόρων» (=Θ. Δέρβης), παρουσιάζεται να αυθαιρετεί, στο πλαίσιο μιας παρωδίας δίκης.

Εκτός από τραγούδια, ο Ανθίας πολύ συχνά παρωδεί και εκκλησιαστικά κείμενα, ιδίως στις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Στη συλλογή Άγιε Σατάν, ελέησόν με δεν εντοπίζουμε εκτεταμένη χρήση της παρωδίας, παρά τον μαχητικό και εν πολλοίς σατιρικό τόνο των περισσότερων ποιημάτων του βιβλίου.[13] Ας σημειωθεί ότι με τον ίδιο τον τίτλο του βιβλίου αυτού παρωδείται η ρήση: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Επιπλέον με το εισαγωγικό ποίημα της συλλογής, υπό τον τίτλο «Προσευχή», δεν έχουμε παρά μια παρωδία προσευχής, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο δυστυχής ομιλητής του ποιήματος, αφενός αναφέρεται στην αναγκαιότητα μιας εξέγερσης και, αφετέρου, παρακαλεί τον Σατάν να βοηθήσει τα βήματά του, τώρα που «έχει γεράσει ο Θεός».[14]

Στη Δευτέρα Παρουσία η αντικληρική σάτιρα του Ανθία, που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση της Εκκλησίας της Κύπρου και τον αφορισμό του, βασίζεται εν μέρει στην παρωδία πότε της δημοσιογραφικής και πότε της εκκλησιαστικής γλώσσας, με στόχο, όπως εξηγούσε ο ίδιος ο ποιητής, δώδεκα χρόνια μετά από την έκδοση του βιβλίου, όχι να δικάσει «τον Χριστιανικό Θεό, μα τον Θεό των Καλογήρων, όπως τον καταντήσανε οι Καλόγηροι, τον βλοσυρό, εκδικητικό και τρομοκράτη, τον Θεό των τύπων και των προλήψεων, τον Θεό που “εν ονόματί” του οι ισχυροί εκμεταλλεύονται τη φτωχολογιά, τον Θεό των εμπόρων της θρησκείας […]».[15] Ο θάνατος του Θεού παρουσιάζεται στο βιβλίο με την παρωδία της δημοσιογραφικής γλώσσας: «Περί ώραν μίαν μεταμεσονύκτιον, / […] βέβηλον πλήθος, μένεα πνέον / […] και φέρον ρούβλια εν θηλακίοις […] / κατακρημνίσαν τον θείον του οίκον, / αφήκεν άπνουν υπό τους λίθους/ αυτόν, όνπερ κηδεύομεν νεκρόν».[16] Επιπλέον, στο ίδιο βιβλίο αξιοποιείται από τον ποιητή η τεχνική του pastiche,[17] μέσω της παράθεσης ελαφρώς παραλλαγμένων στίχων από το κείμενο-πρότυπο. Συγκεκριμένα, στον διάλογο του Θεού με το πλήθος των στασιαστών εργατών εντοπίζεται η σύζευξη της παρωδούμενης εκκλησιαστικής γλώσσας με ένα ελαφρώς παραλλαγμένο παράθεμα των πρώτων δύο στίχων του ποιήματος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη «Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως»:

                               

                               ‒«Πώς μας θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου;

                                Πες μας, ω στόμαχε ευτραφής, πού βρίσκεται ο Θεός σου;»

 

                                ‒Εγώ είμαι, λέει, ο Σαβαώθ, και σεις τα πλάσματά μου.

                                Τεκνία! Όλοι προσέλθετε υπό τα πτερύγιά μου».[18]

 

Παρόμοια, σε πολλά σημεία της ποιητικής συλλογής Πουργατόριο η σατιρική στόχευση του Ανθία υπηρετείται από την παρώδηση της εκκλησιαστικής υμνογραφίας. Η λειτουργία της παρωδίας που δεσπόζει εδώ, με βάση την κατηγοριοποίηση της Κωστίου, είναι «η αρνητική κριτική μέσω διακωμώδησης» και ειδικότερα της βεβήλωσης του προτύπου ιερού κειμένου». Με αυτό τον τρόπο σατιρίζεται η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός του κλήρου, η λαγνεία, η λαιμαργία και τα διάφορα άλλα μειονεκτήματά του. Στο Β΄ Μέρος της συλλογής αυτής, υπό τον τίτλο «Το δράμα» αποδίδεται με ενάργεια το μίσος και η επιθετική στάση των μη προνομιούχων έναντι της άρχουσας τάξης, καθώς και η επανάστασή τους με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα την εξόντωση των εκμεταλλευτών. Η ανησυχία των εκπροσώπων του κλήρου και πιο συγκεκριμένα των μοναχών για την απώλεια των κεκτημένων τους, αποτυπώνεται μέσω της παρωδίας του 140ού Ψαλμού του Δαβίδ: «ΚΥΡΙΕ, ἐκέκραξα πρὸς σέ, εἰσάκουσόν μου· πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ. Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου, ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου θυσία ἑσπερινή».  Στην ανθιακή παρωδία του ψαλμού, με την επιλογή συγκεκριμένων γλωσσικών τύπων του κειμένου – προτύπου αντιστρέφεται το κατανυκτικό ύφος της ταπείνωσης, της μετάνοιας και της εγκαρτέρησης, που το διαπνέουν, σε μια εγωκεντρική και ωφελιμιστική παράκληση των μοναχών προς τον Θεό, ώστε αυτοί να διατηρήσουν την κτηματική τους περιουσία:

                         

                       Κύριε, εκέκραξα προς σε, εισάκουσόν μου…

                          Απόλλυμι το σμήνος των πιστών μου…

                          […] Εισάκουσόν μου, Κύριε, μη χρονίσεις!...

                          Επαύλεις, περιβόλια και βρύσεις,

                          γραμμάτια ληξιπρόθεσμα και κτήματα,

                          […] ρακένδυτοι, γυμνοί και ρυπαροί,

                          αναιδώς επιβουλεύονται συλήσαι».[19]

 

Στη συνέχεια, μέσω της παρωδίας του ίδιου ψαλμού, αντιστρέφεται επιπλέον το συνολικό νόημα του αρχικού κειμένου, στο οποίο εξαίρεται η φιλευσπλαχνία του Θεού, και αντίθετα προβάλλεται η εκδικητικότητά του, καθότι αναμένεται από αυτόν να «ρίψει εξ ύψους των ουρανών πληγάς Φαραώ καθ’ εκατοντάδας […], λόγχας απείρους και θωρηκτά, σωρόν μεγάλων υποβρυχίων και πλήθος άμετρον αερίων μεστών εκ θείων δηλητηρίων», ώστε να καταπολεμήσει και να υποτάξει «τους ταραξίας, αυτά τα σπέρματα των δαιμόνων»,[20] δηλαδή τον εξοργισμένο λαό που απειλεί τα συμφέροντα του κλήρου.  Ακολούθως, για τη στηλίτευση της αρπακτικότητας και της απληστίας του ανώτερου κλήρου, παρωδείται από τον Ανθία μέρος του 79ου ψαλμού του Δαβίδ: «ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων, ἐπίστρεψον δή, καὶ ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά σου, καὶ ἐπὶ υἱὸν ἀνθρώπου, ὃν ἐκραταίωσας σεαυτῷ». Στο Πουργατόριο ο «Χρυσόντυτος αρχιερεύς», παρερμηνεύοντας το ιερό κείμενο και ταυτίζοντας την άμπελο με την εκκλησιαστική ακίνητη ιδιοκτησία, αναφωνεί:

 

                          «Επίβλεψον εξ ουρανού, Κύριε, Κύριε,

                          την άμπελον ημών ίδε και επίσκεψαι.

                          Λησταί κατά μυριάδας επιτίθενται

                          ζητούντες των καρπών της την ωφέλειαν, […].

                          Συ, Πάτερ, όμως ‒δίκαιος κ’ ευθύς

                          ως είσαι ‒θεία χάριτι προώρισας

                          και ως προίκα ημίν την άμπελον εδώρισας

                          (ως μαρτυρεί και το Κτηματολόγιον)

                          Και ημείς σοι πέμπομεν ως αντάλλαγμα

                          «κηρόν αγνόν» τε και «ευχολόγιον». [21]

 

Γενικότερα, στο Πουργατόριο, τα εκκλησιαστικά διακείμενα ενοφθαλμίζονται στον κορμό του ποιητικού κειμένου παραλλαγμένα και τροποποιημένα με τέτοιο τρόπο, ώστε πλέον χάνουν τη μεταφυσική τους διάσταση και χρησιμοποιούνται από τον ποιητή για την αποτύπωση του αγώνα της εργατικής τάξης να αποτινάξει την εκμετάλλευση του ανώτερου κλήρου και γενικότερα της άρχουσας τάξης. Ένα επιπλέον παράδειγμα αυτής της πρακτικής είναι η αξιοποίηση από τον Ανθία στίχων από τους «Χαιρετισμούς προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον», με την τεχνική του pastiche, όπου η εξύμνηση της Θεοτόκου αντικαθίσταται από την εξύμνηση της δύναμης και της αποφασιστικότητας της εργατικής τάξης:

 

                          Να! το λοιπόν «η γέφυρα η μετάγουσα»

                          απ’ τα πλούτη και τον ύπνο στην εξέγερση.

                          «Χαίρε ύψος δυσθεώρατον» σοφίας μηχανικής!

                          «Χαίρε, λοιπόν, βάθος αμέτρητον» επιμονής εργατικής.[22]

 

Η χρήση της ίδιας τεχνικής, δηλαδή της απομίμησης ποιητικών κειμένων και της συρραφής μοτίβων (pastiche), εντοπίζεται στο Γ΄ Μέρος του Πουργατόριου («Φινάλε»), όπου με τον εύστοχο συνδυασμό τεσσάρων διακειμένων σατιρίζεται ανελέητα η φιλοχρηματία, η λαγνεία και ποικίλα άλλα ελαττώματα μερίδας του κλήρου και γενικότερα υπηρετείται η αντικληρική σάτιρα του βιβλίου που σχολιάζουμε. Πιο συγκεκριμένα, τα διακείμενα που συρράπτονται από τον Ανθία είναι: α) Οι πρώτοι δύο στίχοι του δημοτικού τραγουδιού «Της Αγια-Σοφιάς», β) το χωρίο «αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τυμπάνῳ καὶ χορῷ, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ», από τον 150ό ψαλμό του Δαβίδ, γ) η αρχική φράση από το νεκρώσιμο ευλογητάριο και δ) η φράση από το Μεγάλο Απόδειπνο «Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ». Ως αποτέλεσμα του συνδυασμού αυτού και μέσω της βεβήλωσης των ιερών κειμένων, παρωδούνται ταυτόχρονα οι τελετές του γάμου και της κηδείας με στόχο την ανάδειξη του γεγονότος ότι πολλοί κληρικοί δεν είναι άξιοι του σχήματος και της αποστολής τους:

 

                          «Των αγίων ο χορός» ‒ άλλοι πίσω κι’ άλλοι ομπρός‒

                          ψέλνουν με βραχνή φωνή

                          Βυζαντινιστί:

 

                          «Ησαΐα χόρευε» πάντα στο κρεβάτι

                          Με την άγια Μαριωρή πούναι τόσο αφράτη…

 

                          «Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού»…

                          […] Λίγη γνώση δώρισε στο μικρό τους νου […]

 

                          «Σημαίν’ η γη, σημαίνει ο Θεός, σημαίνουν τα ουράνια».

                           Σημαίνει κ’ η αγιά Λουλού, το μέγα μοναστήρι.

 

 

Καταλήγουμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι στο Πουργατόριο έχουμε πιο εκτεταμένη αξιοποίηση της παρωδίας, σε σύγκριση τόσο με τις πρώτες τρεις συλλογές του Ανθία όσο και με όλες τις μεταγενέστερες. Ειδικότερα, στη συλλογή αυτή δεσπόζει εύλογα η παρωδία εκκλησιαστικών κειμένων, η οποία εντοπίζεται σε αρκετά από τα αθησαύριστα σατιρικά του ποιήματα, ορισμένα από τα οποία έχουν ήδη σχολιαστεί σε άλλη μας μελέτη.[23] Στα ποιήματα αυτά η παρωδία κυρίως λειτουργεί στο πλαίσιο της επικαιρικής στηλίτευσης στάσεων και συμπεριφορών συγκεκριμένων κληρικών, καθώς και των προσκείμενων σε αυτούς παραεκκλησιαστικών κύκλων.

Φυσικά τα εκκλησιαστικά κείμενα δεν παρωδούνται στην ανθιακή ποίηση πάντοτε με στόχο αποκλειστικά την αντικληρική σάτιρα. Ενδεικτικά αναφέρουμε το αθησαύριστο ποίημα «Μακαριότητες!» (Ελευθερία, 17 Σεπτ. 1939), όπου  ο Ανθίας δανείζεται το λεκτικό των Μακαρισμών, κατά την Επί του Όρους Ομιλία του Χριστού, για να σχολιάσει ειρωνικά τις συνθήκες στέρησης και δυσπραγίας που δημιουργήθηκαν αμέσως μετά την έναρξη του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Ψέγεται σε αυτό ακόμη η τάση των εμπόρων να εκμεταλλεύονται τον λαό και να πλουτίζουν, ενώ με αυτοειρωνικό τόνο σχολιάζεται το γεγονός ότι το ποιητικό υποκείμενο μόνο ζημίες έχει να παρουσιάσει:

 

                          Μακάριος ο δυνάμενος να ζήσει

                          σαν τ’ ουρανού και της γης τα πετεινά.

                          Σ’ αυτή την εποχή δεν θα πεινά,

                          γιατί… θα βρίσκει κάτι να τσιμπήσει […]

                                Μακάριοι κι’ όσοι δεν έχουν συνηθίσει

                                χίλια τοις εκατόν κέρδος να παίρνουν

                                και ζωντανόν τον κόσμο όλο να γδέρνουν,

                                γιατί τα μαγαζιά τους θάχαν κλείσει.[24]

 

Εξάλλου, τα εκκλησιαστικά διακείμενα δεν είναι το μόνο μέσο που χρησιμοποιεί ο Τ. Ανθίας για τη σάτιρα εναντίον του κλήρου, καθώς και μεμονωμένων λειτουργών του. Λόγου χάρη στην ενδιαφέρουσα παρωδία της «Φαρμακωμένης» του Δ. Σολωμού το κείμενο – πρότυπο αξιοποιείται ακριβώς με τον πιο πάνω στόχο. Στο αθησαύριστο, λοιπόν, σατιρικό ποίημα «Η Φαρμακωμένη!» (Ελευθερία, 8 Ιαν. 1938) ο Ανθίας παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη στροφική και μετρική οργάνωση του προτύπου του, τις τετράστιχες στροφές, το αναπαιστικό μέτρο, με την εναλλαγή δεκασύλλαβων και εννιασύλλαβων στίχων, καθώς και τη  μερική ομοιοκαταληξία δεύτερου και τέταρτου στίχου. Οι τρόποι με τους οποίους συνυφαίνεται η παρωδία στην περίπτωση αυτή είναι, μεταξύ άλλων, η τροποποίηση της ρητορικής εκφοράς, η δραστική εγκατάλειψη του τόνου του αρχικού ποιήματος, καθώς και της μεταφυσικής και ιδεαλιστικής του ατμόσφαιρας.

Πιο συγκεκριμένα, ενώ στο σολωμικό ποίημα ο λόγος εκφέρεται από τον ομιλητή – ενδοκειμενικό ποιητή, ο οποίος απευθύνεται στη νεκρή φίλη του, στην ανθιακή παρωδία ομιλήτρια είναι Ελένη, η ερωμένη ενός κληρικού, που βρίσκεται όπως και εκείνος στη φυλακή, μετά από ένα ερωτικό σκάνδαλο στην Κωνσταντινούπολη:

 

                      Τα τροπάρια μου τάλεγες όλα

                          τούτο μόνο δεν θέλεις το πει

                          τούτο μόνο δεν θέλεις τακούσει

                          αχ! Στο φρέσκο σε κλείσανε οι σκληροί!

 

                          Στην ωραία Σταμπούλ, είχες κάνει

                          γκαρσονιέρα του Κυρίου τον Οίκον,

                          κι εκεί πέρα εκτελούσες μαζί μου

                          ευσεβώς το σεπτό σου καθήκον…

 

Είναι, επομένως, προφανές ότι στην ανθιακή παρωδία ο ελεγειακός τόνος της σολωμικής «Φαρμακωμένης» αντικαθίσταται από την ειρωνική αποτύπωση της λαγνείας του κληρικού, που αποτελεί τον σατιρικό στόχο του ποιήματος. Παράλληλα, η μεταφυσική διάσταση του αρχικού κειμένου δεν υπάρχει στην παρωδία, καθότι ενώ στο πρώτο η δικαίωση της φαρμακωμένης επέρχεται μετά θάνατον, στο δεύτερο, η δικαίωση θα επέλθει επί γης με την αποφυλάκιση του ζεύγους και χωρίς την εκ μέρους τους μετάνοια.

Βέβαια, με τον πρώτο αυτό σχολιασμό της ανθιακής «Φαρμακωμένης» δεν εξαντλούνται τα ποικίλα φιλολογικά ζητήματα που προκύπτουν από τη μελέτη αυτής της παρωδίας. Το σημαντικότερο από αυτά είναι η ταύτιση των δύο προσώπων του ποιήματος, της Ελένης και του κληρικού, με πραγματικά πρόσωπα, ώστε να προσδιοριστεί η επικαιρική αφορμή με βάση την οποία ο Ανθίας έγραψε το ποίημά του. Με άλλα λόγια, ενώ για τη σολωμική «Φαρμακωμένη», γνωρίζουμε επακριβώς το πραγματικό γεγονός που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του ποιητή,[25] δεν ισχύει το ίδιο για την ανθιακή παρωδία, στο παρόν στάδιο τουλάχιστον.

Η εκ του σύνεγγυς επεξεργασία του ποιήματος ‒ προτύπου και η πιστή γενικά διατήρηση της στροφικής και μετρικής του οργάνωσης ή της ρητορικής του εκφοράς, με στόχο «την ανάπλαση ή την αναδημιουργία» του, που εντοπίζεται στην ανθιακή παρωδία της «Φαρμακωμένης» του Δ. Σολωμού, εφαρμόζεται από τον Ανθία και σε άλλες αθησαύριστες παρωδίες όπως είναι, λόγου χάρη, ο «Ύμνος στον τιμάριθμο», στον οποίο παρωδούνται οι πρώτες δύο στροφές του «Ύμνου εις την ελευθερίαν» του Δ. Σολωμού»[26] και οι «Κακο-Μοιραίοι»,[27] όπου, μέσω της παρωδίας των «Μοιραίων» του Κ. Βάρναλη, σχολιάζεται με πικρή ειρωνεία η κατάσταση που δημιουργήθηκε στους τότε πνευματικούς κύκλους του νησιού, με αφορμή την κηδεία του Δημήτρη Λιπέρτη.

Στις περισσότερες, ωστόσο, παρωδίες, που εντοπίζονται στα αθησαύριστα σατιρικά του ποιήματα, ο Ανθίας αφορμάται συνήθως από τους πρώτους στίχους των ποιημάτων ‒ προτύπων του, τους οποίους παραθέτει, είτε αυτούσιους είτε ελαφρώς παραλλαγμένους, για να αποδεσμευτεί στη συνέχεια από το λεκτικό τους και να δημιουργήσει περισσότερο ελεύθερα, χωρίς βέβαια να αποδεσμεύεται απόλυτα από το μορφολογικό πλαίσιο των αρχικών κειμένων. Στο ποίημα «Κλάματα», για παράδειγμα, σχολιάζεται η επιστροφή των μαθητών στα σχολεία, κατά την έναρξη του σχολικού έτους, με την παρώδηση του δημοτικού τραγουδιού «Του λαβωμένου κλέφτη»: «Κλαίνε τα δέντρα κλαίνε,/ κλαίνε και τα κλαριά, / κλαίνε κ’ οι πιτσιρίκοι,/ πανοίγουν τα σχολειά[…]».[28] Στην παρωδία «Γερο-Δήμος» ο Ανθίας αντλεί από το κλέφτικο δημοτικό τραγούδι πρότυπο πάλι τους αρχικούς στίχους και τους εντάσσει σε νέα συμφραζόμενα, καθότι θέμα του δικού του ποιήματος είναι το γήρας και η αναγκαστική πλέον αποχή του ποιητικού υποκειμένου από την άστατη ερωτική ζωή: «Εγέρασα μωρές παιδιά, / κορόιδο τόσα χρόνια, / τον ύπνο δεν εχόρτασα, / και τώρα νυσταγμένος / θέλω να πάω να κοιμηθώ / σε πάναγνα σεντόνια, / που δεν τα μόλεψε ευτυχώς / των αρτιστών το γένος. […] / Μα τώρα πια απελπίστηκα, σαν… καλαμιά τσακίστηκα./ Ο γερο-Δήμος έσβησε, ο γερο-Δήμος πάει… / Πάει να γίνει άγιος / και δεν ξαναγυρνάει!».[29]   

Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Ανθίας σε ορισμένα από τα αθησαύριστα σατιρικά του ποιήματα συνομιλεί δημιουργικά επίσης με ποιήματα των Λ. Πορφύρα, Λ. Μαβίλη,[30] Κ.Π. Καβάφη και ενδεχομένως και άλλων ποιητών. Στο «Lacrimae rerum!», με το οποίο παρωδείται το ομότιτλο ποίημα του Λ. Πορφύρα, ο ελεγειακός τόνος του ποιήματος ‒προτύπου παύει να υπάρχει, όπως επίσης και η ερωτική προσήλωση του ποιητικού υποκειμένου στη γυναικεία μορφή στην οποία απευθύνεται. Αντίθετα, στην ανθιακή παρωδία η γυναίκα κατηγορείται για την καταστροφή που προκάλεσε στη ζωή του ομιλητή: «Άχαρη! Το σπιτάκι μας ερήμαξε / απ’ τη ζωή σου τη διαβολεμένη, / που ως βόμβα, τελευταίως το ανατίναξε / κι άφησε τη φωλιά μας… χαλασμένη».[31] Τέλος, στο ποίημα «Ω μαύρη Τύχη!»[32] η ευδιάκριτη συνομιλία με τα καβαφικά «Τείχη», που εντοπίζεται στην πρώτη στροφή, εγκαταλείπεται στις τέσσερις επόμενες στροφές του ποιήματος, στο οποίο σχολιάζονται οι σχέσεις των δύο φύλων, όπως επηρεάζονται από τα νέα ήθη, κατά τρόπο που δεν παραπέμπει στην καβαφική ποιητική:

 

                       Μεγάλα και πελώρια τείχη

                          ύψωσες γύρωθέ μου ω Τύχη,

                          και δεν μπορώ να τα πηδήσω

                          άνδρα σωστόν για να ζητήσω

                          μ’ ένα φανάρι ή με κερί!

                          πόσο αλλάξανε οι καιροί!

 

Συνοψίζοντας, διαπιστώνουμε ότι, από τη δειγματοληπτική εξέταση του ημίσεος περίπου των αθησαύριστων σατιρικών ποιημάτων του Τ. Ανθία, με στόχο τη διερεύνηση του κατά πόσον αξιοποιείται σε αυτά η παρωδία ως μία από τις τεχνικές της σατιρικής ποίησης, προκύπτει ότι πολύ συχνά ο ποιητής την αξιοποιεί, στο πλαίσιο της επικαιρικής «σάτιρας της ημέρας» που έγραφε στα διάφορα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε. Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι δεν είναι όλες οι παρωδίες που έχουμε εντοπίσει της ίδιας ποιότητας, αλλά ανάμεσα σε αυτές υπάρχουν αρκετές ευφάνταστες και αριστοτεχνικές, που είναι αναγνώσιμες και στην εποχή μας. Εξάλλου, από τη διερεύνηση της υπόθεσης εργασίας ότι η παρωδία εντοπίζεται και στα αυτοτελή ποιητικά βιβλία του Τ. Ανθία διαπιστώνεται ότι αυτή εντοπίζεται κυρίως στις «οργισμένες» συλλογές του των αρχών της δεκαετίας του 1930, συχνότερα με τη μορφή του pastiche και σπανιότερα με τη μορφή της αυτοτελούς και της εκ του σύνεγγυς παρώδησης κειμένων ‒ προτύπων. Το αντίθετο διαπιστώσαμε ότι συμβαίνει στα αθησαύριστα σατιρικά ποιήματα που εξετάσαμε.

Τέλος, από την προκαταρκτική και πρόδρομη αυτή διερεύνηση και ανακοίνωση, συνάγεται ότι επείγει η συγκέντρωση, η ταξινόμηση και η έκδοση του συνόλου των αθησαύριστων σατιρικών ποιημάτων του Τ. Ανθία, που θα διευκολύνει τη σε βάθος μελέτη γενικά της σατιρικής του ποίησης και των τεχνικών που χρησιμοποιεί σε αυτήν ‒και ειδικότερα της παρωδίας. Με την προτεινόμενη έκδοση πιθανότατα θα διαφοροποιηθεί η εικόνα της ανθιακής ποίησης που έχουμε σήμερα και αναμφίβολα θα αναδειχθεί το παλίμψηστο της ποιητικής γραφής του Ανθία, με την οποία υπηρετούσε το όραμά του για μια δικαιότερη κοινωνία, συχνότατα μέσω των τεχνικών της πολεμικής και της ανατροπής, αλλά με πίστη στην οικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου, στο πλαίσιο της ιδεολογικής του στράτευσης στην αριστερή μαρξιστική ιδεολογία.

Ανακοίνωση στη ΙΣΤ΄ Διεθνή Επιστημονική Συνάντηση με τίτλο «Η πένα και το ξίφος: Η πολεμική στη νεοελληνική λογοτεχνία, φιλολογία και κριτική» που πραγματοποιήθηκε από την Παρασκευή 16 έως την Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2020.

 Copyright: Λεωνίδας Γαλάζης 



[1] Βλ. «Οι μύθοι του Τεύκρου Ανθία», Φραγκέλιο 18 (16 Απρ. 1927) 1-2.

[2] Βλ. Ανδρέας Σοφοκλέους, «Η σατιρική ποίηση του Τεύκρου Ανθία ως πολιτικό και κοινωνικό ρεπορτάζ»: [Συλλογικό], Η ζωή και το έργο του Τεύκρου Ανθία (επιμ. Α. Κλ. Σοφοκλέους), Λευκωσία, Ινστιτούτο Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, 2016, σσ. 39-58. Εφεξής: «Η σατιρική ποίηση του Τ. Ανθία…». Γενικά, για τη συμβολή του Α. Κλ. Σοφοκλέους στην προώθηση των ανθιακών σπουδών, βλ. ενδεικτικά Λεωνίδας Γαλάζης, «Η συμβολή του Ανδρέα Κλ. Σοφοκλέους στην έρευνα

γύρω από τη ζωή και το έργο του Τεύκρου Ανθία», Κυπριακή Βιβλιοφιλία 5/45 (Ιαν.-Ιούν. 2019) 75-84.

[3] Βλ. Νίκος Παναγιώτου – Παύλος Παρασκευάς, Κυπριακά φιλολογικά ψευδώνυμα, Λευκωσία, 1984, 33· Νίκος Παναγιώτου, "Corrigenda et attenda", Κυπριακή Βιβλιοφιλία 14 (Καλοκαίρι 2010) 43, όπου πληροφορία για εννιά φυλλάδια συνολικής έκτασης 44 σελίδων με σατιρικά ποιήματα του Τ. Ανθία, υπό τον τίτλο «Τάδε έφη Πεννοφόρος» και για τον σχεδιαστή της στήλης ζωγράφο Κώστα Στάθη (1913-1987)· Λευτέρης Παπαλεοντίου, «Σατιρικά μονόφυλλα του Τεύκρου Ανθία», Μικροφιλολογικά 37 (Άνοιξη 2015) 52. Όπως μας επιβεβαίωσε ο Ν. Παναγιώτου, τον οποίο ευχαριστούμε, η αναφορά του αφορά την αυτοτελή έκδοση Τάδε έφη Πεννοφόρος. Η κωμωδία της εποχής μας, Σατιρικά ποιήματα, Ο πρώτος τόμος, Κύπρος, 1941 (44 σ.), που βρίσκεται στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη. Αντίτυπο του ίδιου βιβλίου υπάρχει και στη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Για το ίδιο θέμα, βλ. Κ.Γ. Γιαγκουλλής, «Αθησαύριστες και άγνωστες εκδόσεις», Μικροφιλολογικά 28 (Φθινόπωρο 2010) 38.

[4] Ανδρέας Σοφοκλέους, «Η σατιρική ποίηση του Τεύκρου Ανθία…, σσ. 39-58. Για το ψευδώνυμο Πεννοφόρος και για τον αριθμό των σατιρικών ποιημάτων του Ανθία, βλ. σσ. 40, 58.

[5] Βλ. Κώστας Στεργιόπουλος, Η ελληνική ποίηση: Η ανανεωμένη παράδοση, Αθήνα, Σοκόλης, 1980, σ. 455· Π. [Κλέων Παράσχος], «Τεύκρου Ανθία, Δευτέρα Παρουσία»: Νέα Εστία 106 (15 Μαΐου 1931) 555-556. Βλ. επίσης την απάντηση του ποιητή στην πιο πάνω κριτική του Κλ. Παράσχου: Τ. Ανθίας, «Τα πήλινα είδωλα», Νέα Εστία 110 (15 Ιουλ. 1931) 773.

[6] Πρόκειται για τα ποιήματα «Κακο-μοιραίοι» και «Χαιρετισμοί». Για το πρώτο ποίημα, βλ. Ανδρέας Κλ. Σοφοκλέους, «Ένας φιλολογικός καυγάς γύρω από την κηδεία του Δημήτρη Λιπέρτη», Κυπριακή Βιβλιοφιλία - Φιλοτεχνία 2/42 (Ιούλ.-Δεκ. 2017) 13-17· για το δεύτερο, βλ. Λεωνίδας Γαλάζης, «Μια ανθιακή παρωδία των Χαιρετισμών και τα αθησαύριστα σατιρικά ποιήματα του Τεύκρου Ανθία»: Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας, Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας Τεύκρος Ανθίας – Θοδόσης Πιερίδης, 50 χρόνια από τον θάνατό τους, Λευκωσία, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου – Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, 2019, σσ. 141-152.

[7] Βλ. λόγου χάρη το τραγούδι της πόρνης, στο οποίο εξιστορεί πώς η μίζερη ζωή της την οδήγησε στα εκπόρνευση και στα ναρκωτικά: «Άι, θαν τα κάψω, ντερβισάδες, / βάλτε χασίσι στους λουλάδες…». Βλ. Τ. Ανθίας, Ποιητικά Άπαντα (1928-1962), Λονδίνο, 1962, σ. 92.

[8] Βλ. Ελευθερία, 24 Αυγ. 1937.

[9] Βλ. Τάσος Σκορδέλης (επιμ.), Ρεμπέτικη ανθολογία, Αθήνα, Πλέθρον, 31988 (1977), τ. Α΄, σ. 98. Παρατίθενται τρεις παραλλαγές του τραγουδιού και σημειώνεται: «Μελωδία του 19ου αιώνα. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές στους στίχους. Τούτος ο δίσκος γυρίστηκε στην Αμερική γύρω στο 1915»· Δημήτρης Υφαντής, Η χρήση τοξικών ουσιών στην Ελλάδα μέσα από το ρεμπέτικο τραγούδι (1920-1940) (διδ. δ.), Αθήνα, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, 2012, σ. 336. Δεν γνωρίζουμε τον συνθέτη του μικρασιάτικου αυτού τραγουδιού, το οποίο διασώζεται σε πολλές παραλλαγές και εκτελέσεις (βλ. Σκορδέλης, ό.π.· Υφαντής, ό.π., σ. 336-337). Εδώ παρατίθεται η παραλλαγή του τραγουδιού την οποία ερμηνεύει η Κούλα Αντωνοπούλου (Νέα Υόρκη, 1920). Βλ. https://www.youtube.com/watch?v=Fw2ZRIGViaU

[10] Για τον δημόσιο διάλογο που αναπτύχθηκε μεταξύ του Θ. Δέρβη και των Π. Ξιούτα και Κ. Χατζηιωάννου, βλ. ενδεικτικά «Το πρωτόκολλον τιμής εις αντίκρουσιν της σπάθας του κ. προέδρου της Σχολικής Εφορείας», Ελευθερία, 12 Αυγ. 1937· «Γυμνάσιον η Σοβιέτ; Τα ταπεινά ελατήρια του πρωτοκόλλου τιμής», ό.π., 14, 15 Αυγ. 1937·  Κ. Χατζηιωάννου, «Διατί από καιρού φθίνει το Παγκύπριον Γυμνάσιον;», ό.π., 17 Αυγ. 1937. Π. Ξιούτας, «Αι ανακολουθίαι του κ. Δέρβη», ό.π., 18 Αυγ. 1937· Θ. Δέρβης, «Αι επί αυθαιρεσίᾳ πομφολυγώδεις κατ’ εμού κατηγορίαι της καθηγητικής ξυνωρίδος», ό.π., 25 Αυγ. 1937· Π. Ξιούτας, «Πώς εννοούμεν ημείς οι “αγράμματοι” τας δηλώσεις του κ. Δέρβη και πώς ο ίδιος τας ερμηνεύει», ό.π., 1 Σεπτ. 1937· Κ. Χατζηιωάννου, «Αι ανακολουθίαι και ασυναρτησίαι του Προέδρου της Σχολ. Εφορείας Λευκωσίας», ό.π., 3 Σεπτ. 1937· Θ. Δέρβης, «Ποιοτική εκκαθάρισις δεν σημαίνει μόνον απαλλαγήν από βλάκας, αλλά και από ανικάνους, μη προσοντούχους κλπ.», ό.π., 7 Σεπτ. 1939·   Κ. Χατζηιωάννου, «Ο ορμαθός των ανακριβειών του κ. Δέρβη. Συγκρίνατε και αποδώσατε δικαιοσύνην», ό.π., 10 Σεπτ. 1937.

[11] Τ. Ανθίας, «Προς όλους τους Κυπρίους διανοουμένους», Ελευθερία, 12 Σεπτ. 1937.

[12] Βλ. Κατερίνα Κωστίου, Εισαγωγή στην ποιητική της ανατροπής, Αθήνα, Νεφέλη, 2005, σσ. 207-210. Εφεξής: Κ. Κωστίου, Εισαγωγή

[13] Την επαναστατική διάθεση και ρητορική στη συλλογή αυτή σχολιάζει σε κριτικό σημειώμά του ο Π., ο οποίος παράλληλα αναφέρεται σε αναφομοίωτες επιδράσεις που ανιχνεύονται στο βιβλίο, από την ποίηση του Κ. Καρυωτάκη και του Κ. Βάρναλη. Βλ. Π. «Τεύκρου Ανθία: Άγιε Σατάν, Ελέησόν με! (ποιήματα)», Νέα Εστία 85 (1 Ιουλίου 1930) 722.

[14] Βλ. Τ. Ανθίας, «Άγιε Σατάν, ελέησόν με»: Ποιητικά Άπαντα (1928-1962), Λονδίνο, 1962, σ. 39.

[15] Βλ. Τ. Ανθίας, «Ο αφορισμός της Δευτέρας Παρουσίας», Σπίθα 11 (Νοέμβριος 1944) 1-4. Για το παράθεμα, βλ. σ. 3.

[16] Βλ. Τ. Ανθίας, Ποιητικά Άπαντα…, σ. 73.

[17] Για το pastiche, βλ. ενδεικτικά Κ. Κωστίου, Εισαγωγή…, σσ. 205-206.

[18] Ό.π., σ. 78. Από τον Ανθία παρατίθενται ελαφρώς παραλλαγμένοι οι στίχοι του Αρ. Βαλαωρίτη «Πώς μας θωρείς ακίνητος… Πού τρέχει ο λογισμός σου, / τα φτερωτά σου τα όνειρα;… Γιατί στο μέτωπό σου […]». Βλ. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄»: Ποιήματα, Αθήναι, εκδ. Γ. Βασιλείου, 1925, σ. 92.

[19] Τ. Ανθίας, ό.π., σ. 116.

[20] Ό.π., σ. 117.

[21] Ό.π.

[22] Ό.π., σ. 132. Οι στίχοι του κειμένου – προτύπου είναι: «Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός / χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν». ‒ «Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς, χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς». Ας σημειωθεί ότι ο Ανθίας παρωδεί τους «Χαιρετισμούς προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον» και στο αθησαύριστο σατιρικό του ποίημα «Χαιρετισμοί» (Ελευθερία, 28 Νοεμβρίου 1939), για να σχολιάσει σατιρικά την έλλειψη ζάχαρης στην Κύπρο, στις αρχές του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Για το θέμα αυτό, βλ. «Μια ανθιακή παρωδία των Χαιρετισμών και τα αθησαύριστα σατιρικά ποιήματα του Τεύκρου Ανθία»: Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας, Πρακτικά Επιστημονικής Ημερίδας Τεύκρος ΑνθίαςΘοδόσης Πιερίδης, 50 χρόνια από τον θάνατό τους, Λευκωσία, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου – Υπηρεσία Ανάπτυξης Προγραμμάτων, σσ. 141-152. Εφεξής: «Μια ανθιακή παρωδία…».

[23] Βλ. ενδεικτικά «Με τον Κιτίου», Ελευθερία, 14/8/1937· «Ο ρασοφόρος», ό.π., 21/12/1937, «Απολογία!», ό.π., 17/11/1939, «Μακαριότητες!», ό.π., 17/9/1939, «Χαιρετισμοί», ό.π., 28 Νοεμβρίου 1939, «Τροπάριον!», ό.π., 2/12/1939, «Τροπάριον β΄», ό.π., 9/12/1939· «Τροπάριον γ΄», 14/12/1939. Ορισμένα από αυτά τα ποιήματα σχολιάζονται στη μελέτη μας «Μια ανθιακή παρωδία των Χαιρετισμών…», ό.π.

[24] Βλ. επίσης και το ποίημα «Μακαρισμοί!», στο οποίο μέσω της παρωδίας σχολιάζεται με παιγνιώδη διάθεση η πολυπραγμοσύνη και «εξυμνείται» ειρωνικά η νωχέλεια και η τεμπελιά. Βλ. Ελευθερία, 24 Μαΐου 1938.

[25] Πηγή έμπνευσης της «Φαρμακωμένης» του Σολωμού ήταν η αυτοκτονία της Μαρίας Παπαγεωργοπούλου, της νεαρής «που αυτοκτόνησε στα 1826 όταν την εγκατέλειψε ένας νεαρός Ιταλός καθηγητής της μουσικής με τον οποίο είχε ερωτικό δεσμό». Βλ. Νίκος Κοσκινάς, Διονυσίου Σολωμού, Το ιταλόγλωσσο έργο της τελευταίας δεκαετίας (1847-1857) (διδ.δ), Ιωάννινα, Τμήμα Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2014, σσ. 146-149. Συμπλήρωση βιβλιογραφίας.

[26] Βλ. Ζεβεδαίος [=Τ. Ανθίας], «Ύμνος στον Τιμάριθμο», Χαραυγή, 30 Μαρτίου 1956. Για το ποίημα αυτό, βλ. Λ. Γαλάζης, «Μια ανθιακή παρωδία…», σ. 148.

[27] Ο Πεννοφόρος [=Τ. Ανθίας], «Οι κακο-“μοιραίοι”», Ελευθερία, 3 Αυγ. 1937. Για την παρωδία αυτή των «Μοιραίων του Βάρναλη», βλ. Ανδρέας Κλ. Σοφοκλέους, «Ένας φιλολογικός καυγάς γύρω από την κηδεία του Δημήτρη Λιπέρτη», Κυπριακή Βιβλιοφιλία - Φιλοτεχνία 2/42 (Ιούλ.-Δεκ. 2017) 13-17.

[28] Ο Πεννοφόρος, «Κλάματα…», Ελευθερία, 14 Σεπτ. 1937.

[29] Ο Πεννοφόρος, «Γερο-Δήμος», ό.π., 23 Ιουλ. 1937.

[30] Βλ. Ζεβεδαίος, «Καλότυχοι», Χαραυγή, 2 Μαρτίου 1956. Για ένα σχολιασμό αυτής της παρωδίας, βλ. Λ. Γαλάζης, «Μια ανθιακή παρωδία των Χαιρετισμών…», σ. 147.

[31] Ο Πεννοφόρος, «Lacrimae rerum!», ό.π., 26 Ιουλ. 1938.

[32] Βλ. Ο Πεννοφόρος, «Ω μαύρη Τύχη!», Ελευθερία, 25 Σεπτ. 1938.