Κυριακή 6 Απριλίου 2014

ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ-ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ 319 (ΑΝΟΙΞΗ 2014) 85



ΜΕΓΑΙΡΕΣ ΤΩΝ ΥΔΡΑΤΜΩΝ
Αν έβγαινες από το σπίτι νύχτα θα 'βλεπες τα γυάλινά τους μάτια να τρυπούν το σκοτάδι σου. Εκ δεξιών η μια σκυφτή μ' ένα ραβδί κι ένα γάτο στον ώμο της να σου τραντάζει την ψυχή με του χαχανητού της το βαρύ κομπρεσέρ. Κι όλο φωνάζοντας τη γάτα όσο κρατούσε το λάδι στη λάμπα της. Να μας τρομάζει πόσο της άρεσε σαν βράδιαζε κι ύστερα να μετρά τα γρόσια της σελίνια χρόνια τούρκικα στου φεγγαριού τον δίσκο. Κι εσύ φοβόσουν να διαβείς απ' το στενό της πόσους θηλυκούς τυράννους συνάντησες από τότε σαν δαίμονες πάνω από τα ταπεινωμένα σπίτια με τι φωνές και τερατώδεις εμφανίσεις σαν να 'ταν η σύνεση νόσος επάρατη. Αυτά μας είπαν και δεχτήκαμε τη μοίρα μας. Μα πού να ξεφύγεις; Στ' αριστερά σου δέσποζε σαν σφίγγα η δεύτερη γριά για μέρες ακίνητη μπροστά στα παράξενα μαντζούνια και φαγιά της που σε κατάμαυρες χύτρες σιγοβράζανε. Να σε κοιτάζει σαν ετοιμόγεννη Πυθία κι εσύ να τρέχεις να ξεφύγεις μα πού; Από την άλλη, βάβω  πανέτοιμη για γιούρια με του χαχανητού της το βαρύ κομπρεσέρ. Κι οπισθοχωρούσες άδοξα στην κάμαρή σου μα τώρα σε πολιορκούσαν από κάθε γωνιά τ' ουρανού χιλιάδες γριές με τα σουβλερά τους δόντια κομμάτια κόβοντας από την παιδική σου ψυχή, να νιώθεις το φαρμάκι τους σε κάθε σου κύτταρο. Πώς έδωσαν κάποτε κι αυτές τη ζωή σ' αθώα βλαστάρια κι ύστερα με τον δαίμονα συμμάχησαν; Ξινές μπαμπόγριες ανάμεσα στ' ανήξερα δέντρα. Και στα ποτάμια που δεν σ' αφήνουν να τα διαβείς δεύτερη φορά. Ακόμη κι αν νομίζεις πως θα ζεις με τα βουνά. Να 'ταν λοιπόν γι' αυτό που η ροδαλή μορφή του παππού τόσο αγαθή σού φάνταζε; Να' ταν γι' αυτό που 'σβηνε (προσώρας έστω) απ' τη μνήμη σου τις μέγαιρες των υδρατμών και των καταβροχθίσεων;
Λεωνίδας Γαλάζης

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ -ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΚΤΗ 98 (ΑΝΟΙΞΗ 2014) 98




ΕΠΑΓΓΕΛΙΕΣ

Μη ξέροντας τι να διαλέξεις
απ' τους καρπούς των Χιμαιρών
μη γνωρίζοντας ποιος τις κάλεσε
ή αν απρόσκλητες ήλθαν



τους έδειξες εντέλει την έξοδο.
Στο βάθος τ' ουρανού
είδες τα μόρια της ύλης
να στροβιλίζονται τρελά



γύρω από τις εκτάσεις του Μηδενός
κι ύστερα να βυθίζονται
στ' απέραντο Κενό του



σαν ανώφελες νιφάδες που χορεύοντας
σβήνουν ηρωικά στον αέρα
μαζί με του χιονιού τις ληξιπρόθεσμες επαγγελίες.


ΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ

Μας είπαν: “Κάψτε τα σπίτια σας και φύγετε
προτού σας κυκλώσουν οι λογιστές με τα κατάστιχά τους,
κάθε τεκμήριο της ύπαρξής σας κάψτε
σ' αυτό το καταραμένο χωριό!”.



Μέρα με τη μέρα πυκνώνουν τα χνάρια των λύκων
κάθε πρωί χάνουμε κι ένα παιδί
μα δεν χορταίνουν με τίποτα.



Μας είπαν: “Ξεχάστε ό,τι ξέρατε
τώρα μαγειρεύετε με τις δικές τους συνταγές
στις δανεικές τους χύτρες.”



Κι εμείς τους είπαμε πως ό,τι και να κάνουν
σπίτια δεν καίμε κι ούτε τα κειμήλιά μας
κι ας έλθουν να μας πάρουν σηκωτούς
με τους φρουρούς και τους χαρτογιακάδες τους!



Κυριακή 12 Μαΐου 2013

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ. ΑΝΤΗΣ ΚΑΝΑΚΗΣ, "ΜΟΣΧΕΥΜΑ", 2013.


Από το βίωμα και τον πόνο στην ποίηση Σχόλια για την ποιητική συλλογή του Άντη Κανάκη Μόσχευμα, Λεμεσός, εκδ. Αριστοτέλους, 2013. Ο Άντης Κανάκης, με τη δέκατη τέταρτη ποιητική συλλογή του που φέρει τον τίτλο Μόσχευμα και περιλαμβάνει 72 ποιήματα κατανεμημένα (με εξαίρεση το ομότιτλο προλογικό ποίημα) σε έξι ενότητες («Γεφυροποιός», «Αναπαράσταση», «Πανηγυριώτες», «Μου της αγάπης», «Φυσιολογικά», «Ποίηση – ποίημα – στίχος»), από τη μια «επιστρέφει» στις επώδυνες μνήμες του πολέμου, τη φρίκη του οποίου γνώρισε ως πολεμιστής στην πρώτη γραμμή του πυρός το 1974, (προσκλητήριο νεκρών φίλων και συντρόφων, μορφές αγνοουμένων, εικόνες ανακομιδής λειψάνων) και προβληματίζεται για την αλλοτρίωση από τα βιώματα αυτά των σημερινών Κυπρίων, που χάνουν γι’ αυτό την ταυτότητά τους και κινδυνεύουν ν’ αφανιστούν˙ από την άλλη επικεντρώνεται σε θεματικούς άξονες όπως ο έρωτας, ο θάνατος, η φθορά, η ποίηση και οι ποιητές. Το μόσχευμα, ως κεντρικό σύμβολο της συλλογής παραπέμπει στην υπέρβαση της φθοράς, του πόνου, της λήθης, του μαρασμού και του θανάτου μέσω της τέχνης και ειδικότερα της ποίησης: «Άγριο ματσικόρυδο / της Μεσαορίας. / […] Προσπαθώ στο στήθος μου / να σε εμφυτέψω. […] Με το αίμα μου / να μεγαλώνεις. […] Κι ίσως πιο πολύ / από μένα / - να ζήσεις -.» (σ. 7). Είναι, λοιπόν, προφανές ότι για τον Κανάκη ο ποιητής δεν είναι (ή δεν πρέπει να είναι) ένας ψυχρός κατασκευαστής στίχων, αλχημιστής ή συναρμολογητής λέξεων ούτε μπορεί να ολοκληρωθεί ως δημιουργός όταν αυτοεγκλωβίζεται σε λεκτικές ακροβασίες που στοχεύουν στον εντυπωσιασμό του αναγνώστη. Αν από το υπόστρωμα της ποίησης λείπουν τα βιώματα, ο μύθος, το πάθος, ο μόχθος και ο πόνος (σ. 110), τότε αυτή εκπίπτει σε μια διανοητική δραστηριότητα χωρίς τη μαγεία και το απρόβλεπτο της έμπνευσης. «Η μάγισσα της ποίησης», όπως τη φαντάζεται ο ποιητής, «τα σωθικά μας / στριφογυρίζει με το ραβδί της./ Ανάβει φωτιές / στη μνήμη. / Μας καίει / τη φαιά ουσία» (σ. 106), την ίδια στιγμή που η έμπνευση κυκλοφορεί στα όνειρα, στη σκέψη, στη μνήμη, στη φαντασία, στο αίμα μας (σ. 107). Δεν είναι τυχαίο, βέβαια, το γεγονός ότι οι μορφές των αγνοουμένων και των χαμένων συντρόφων επανέρχονται και σ’ αυτή τη συλλογή του Κανάκη, και ιδιαίτερα στην ενότητα «Αναπαράσταση». Στα δύο από τα ποιήματα της «Τριλογίας 1974-2010» («Πυγολαμπίδα» και «Ανθός κάκτου») ο ποιητής χρησιμοποιεί τον ρητορικό τρόπο της ηθοποιίας, με άλλα λόγια η ποιητική φωνή παραχωρείται εξολοκλήρου στον αγνοούμενο ήρωα, ο οποίος στο πρώτο ποίημα «στα είκοσί του / χρόνια / πέταξε πυγολαμπίδα» και «παγώνει στο χάος του σύμπαντος» (σσ. 26-27), ενώ στο δεύτερο (γραμμένο σε καταγγελτικό και σατιρικό ύφος) προειδοποιεί ρητά τους επιγόνους ότι μόνο τότε θα επιστρέψει «Άμα συντελεστεί / η κατάρρευση / των κρύων / αγαλμάτων. Τερματισθεί / η χρήση των κραυγαλέων / συνθημάτων. Κι ανατραπεί / οριστικά / η κυριαρχία / των ηχηρών / ονομάτων» (σ. 28). Για τον ποιητή οι πραγματικοί ήρωες δεν είναι όσοι καπηλεύονται την όποια προσφορά τους στην πατρίδα για ιδιοτελείς σκοπούς, αλλά οι σεμνοί και ανώνυμοι νεκροί στρατιώτες που για χρόνια παρέμεναν ακήδευτοι, όπως επίσης και οι απειροπόλεμοι αγρότες που σκοτώθηκαν εν ψυχρώ από τους εισβολείς: «Ήταν λιγνός / μετρίου αναστήματος./ Στο στρατό δεν πήγε. Απ’ όπλα δε γνώριζε. […] / Τον σκότωσαν / με πέντε / τουφεκιές. Και τον θάψανε / στον κήπο του. / Τα οστά του / δυσκολεύτηκαν πολύ / οι ειδικοί / να τα βγάλουν / απ’ τον τάφο./ Κόψανε τις ρίζες / μιας ανθισμένης / λεμονιάς / που με το χρόνο / τα σκεπάσανε / και σφικτά / τ’ αγκαλιάσανε» (σσ.22-23). Βέβαια, από τον ποιητή δεν ασκείται κριτική μόνο στην πατριδοκαπηλία και στον ρηχό πολιτικό λόγο αλλά και στην αλλοτρίωση πολλών από την κατεχόμενη γη τους, καθώς «μικραίνουνε τα σπίτια τους». Στο ομότιτλο ποίημα, που απηχεί τον «Γυρισμό του ξενιτεμένου» του Γ. Σεφέρη, το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο διαπιστώνει με αυτοκριτική διάθεση: «Μεγαλώνουμε / στην προσφυγιά / Και τα σπίτια μας / μικραίνουν / στην κατεχόμενη / γη μας. […] (σ. 30). Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα σπίτια στην κατεχόμενη γη που μικραίνουν, αλλά παράλληλα συρρικνώνεται ολόκληρο το νησί από «τ’ αμέτρητα οχήματα / τα υπερμεγέθη σπίτια». Όπως γράφει ο Κανάκης στο εν πολλοίς προφητικό για τη σημερινή δεινή οικονομική (και όχι μόνο κρίση) που βιώνουμε ποίημα «Σ’ ένα κοχύλι», η ύβρις τιμωρείται από τη φύση: «Η θάλασσα / θυμώνει / τις νύχτες / για την απληστία μας / και καταποντίζει / τις εστίες μας». Και μετά από τη συρρίκνωση του τόπου, αρχίζει η συρρίκνωση των ανθρώπων που αποδίδεται υπερρεαλιστικά: «Όλο και συμμαζευόμαστε / συμπιεζόμαστε… / Χρόνο / με το χρόνο / πιο πολύ / μικραίνουμε./ Θα χρειαστεί / να μετοικίσουμε, / για να επιβιώσουμε, / ο καθένας / ξεχωριστά / σ’ ένα από τα μυριάδες / αμφίβια, / απολιθωμένα κοχύλια / της Αθαλάσσας» (σσ. 36-37). Και προφανώς οι άνθρωποι συρρικνώνονται, καθώς δυσκολεύονται πια ν’ αγαπήσουν. Η αγάπη και ο έρωτας σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής δεν παραπέμπουν μονοδιάστατα σε όψεις του ιδιωτικού βίου, αλλά και στη δημόσια ζωή, συνδηλώνοντας την ανιδιοτελή προσφορά, τις ανθρωπιστικές αξίες και το όραμα για έναν καλύτερο κόσμο (σ. 81). Από την άλλη, στη συλλογή που σχολιάζουμε προτείνεται μια ενδιαφέρουσα υπερβατική και κοσμολογική θεώρηση του έρωτα όχι μόνο ως γενεσιουργού αιτίας αλλά και ως τέλους των όντων. Στο «Υπέρ ερωτικό» η γη αφενός αγαπά όσο κανείς άλλος τους ανθρώπους, αλλά παράλληλα καραδοκεί να τους «αγκαλιάσει και να τους σκεπάσει» για να τους αποσυνθέσει «μ’ αργό ρυθμό» «με την ερωτική της πράξη» (σ. 87). Επομένως, η ζωή ορίζεται από το διαλεκτικό δίπολο έρωτας – θάνατος κατά τρόπο που παραπέμπει στη φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Εξάλλου, στην ενότητα «Φυσιολογικά» δεσπόζει η ισοτοπία της φθοράς και του θανάτου χωρίς αισθηματολογική και πεισιθάνατη διάθεση, αλλά με ήρεμο και χαμηλόφωνο στοχασμό. «Τ’ άλλο ταξίδι / στη σκοτεινή θάλασσα της λήθης», δεν είναι το οριστικό τέλος, αφού τα μάτια των ανθρώπων «μοιάζουνε / τόσο πολύ / σαν να είναι λουλουδιών βολβοί», που, όταν τα φυτέψουν «βαθιά στη γη», «φυτρώνουν […] κι ανθίζουν / ματσικόρυδα / και κυκλάμινα / πλάι / στη φωτογραφία μας / και στο σβηστό ή / αναμμένο μας καντήλι». (σσ. 92-93) Προφανώς, οι βολβοί στο ομότιτλο ποίημα που σχολιάζουμε εντάσσονται στο ίδιο σημασιακό πεδίο με το μόσχευμα (βλ. τον τίτλο της συλλογής) και μπορούν να αναγνωσθούν ως σύμβολα της υπέρβασης της φθοράς αλλά και της συνέχειας μέσα στο αέναο γίγνεσθαι. Χωρίς να εξαντλούμε με τα σχόλια αυτά τις ποικίλες όψεις της συλλογής «Μόσχευμα», πιστεύουμε πως είναι καιρός να εξεταστεί από την κριτική σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος η ποιητική διαδρομή του Άντη Κανάκη από το 1975 ίσαμε σήμερα, υπό το πρίσμα και της νέας αξιόλογης ποιητικής του κατάθεσης. Μια παρόμοια κριτική επανεκτίμηση αξίζει να γίνει και για το έργο αρκετών άλλων ποιητών της «Γενιάς της Εισβολής». Λεωνίδας Γαλάζης Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ" (12/5/2013) ΣΕ ΣΥΝΤΟΜΕΥΜΕΝΗ ΜΟΡΦΗ.

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

ΓΙΑ ΝΕΟΤΕΡΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΟ ΝΕΟ ΜΠΛΟΚ "ΕΠΙ ΣΧΕΔΙΑΣ" leonidas.galazis.com/epi_sxedias/

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Βιβλίο ποιητικής και κοινωνικής κριτικής

ΛΕΩΝΙΔΑ ΓΑΛΑΖΗ:
«Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010
Με τον Γιώργο Φράγκο
Ο ΛΕΩΝΙΔΑΣ Γαλάζης, με την υπό παρουσίαση συλλογή του, «Λοκριγκάνα», εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2010, ξεκινά από την ίδια αφετηρία από την οποία ξεκίνησε και το 2007 με την προηγούμενη συλλογή του «Παραδαρμός εν αλφαβήτω». Και αναφέρομαι στο εγχείρημα της συγγραφής ενός συνθετικού ποιήματος. Και στην πρώτη και στη δεύτερη περίπτωση επιχειρήθηκε μια συμπαντική προσέγγιση με έντονα δημοσιολογικά στοιχεία. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη «Λογκριγκάνα» ο Λ.Γ. κατάφερε να λειτουργήσει πιο φιλελεύθερα όσον αφορά στην προσήλωση που προαπαιτεί η αρχιτεκτονική δόμηση μιας ποιητικής σύνθεσης. Πάντα σε σύγκριση με τον «Παραδαρμό εν αλφαβήτω» η «Λοκριγκάνα» έχει, κατά τη γνώμη μου, και πιο συμπυκνωμένη θεματική ανάπτυξη, γεγονός που δημιουργεί προϋποθέσεις ακόμη μεγαλύτερης ευστοχίας.
Ένα συνθετικό ποίημα διασφαλίζει με πολλές αισθητικές και τεχνοτροπικές μανιέρες τη συνοχή του. Το εγχείρημα αλληλουχίας και συνοχής που επιχειρεί ο Λ.Γ., με το να αρπάζεται από ένα στίχο του προηγούμενου ποιήματος, συνήθως τον τελευταίο, για ν’ αρχίσει το επόμενο ποίημα, είναι ενδεικτικό. Ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο, διότι μπορεί να οδηγήσει και σε ατραπούς εγκεφαλισμού, κάτι που ευτυχώς δεν διαπίστωσα να συμβαίνει στην ποίηση του Λ.Γ. Έστω κι αν μερικές φορές δίνει την εντύπωση πως πλοηγείται από τους στίχους του, αντί να τους πλοηγεί. Και δεν υπονοώ ότι αυτό είναι πάντοτε κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, αυτή η αμφίδρομη σχέση επιφέρει συχνά εκπληκτικά ευχάριστες και αιφνιδιαστικά όμορφες αισθητικές κατακτήσεις.
Συνολικά και συνοπτικά θα χαρακτήριζα τη «Λοκριγκάνα» ως ένα βιβλίο ποιητικής και συνάμα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής. Εξάλλου, και τα ποιήματα ποιητικής στο βιβλίο έχουν έντονο κριτικό στίγμα. Τα περί ποίησης και των ποιητών, όπως και τα περί της κοινωνίας και των πολιτών, συμπλέκονται και συνυπάρχουν αρμονικά στην ποίηση του Λ.Γ. Πολλά ποιήματα του ξεκινούν εν είδει κοινωνικής κριτικής, αλλά στην πορεία απολήγουν σε δημιουργήματα ποιητικής. Όπως π.χ. στο «Αυλικοί» (σελ. 34) όπου στην αρχή ψέγεται το διαχρονικό, παρασιτικό φαινόμενο των αυλικών - ανεξαρτήτως καθεστώτος και εποχής - αλλά στο τέλος το σώμα της κοινωνίας παραλληλίζεται με το σώμα της ποίησης.
Έτσι, «…παρά τις διαβεβαιώσεις των αυλικών, από πληγές αγιάτρευτες / εκκρίνονται / οι μολυσμένοι στίχοι. Αμέσως σπεύδουν νοσοκόμοι / με γάζες ιωδίου / κι αντισηπτικά»… Συχνά - πυκνά ο Λ.Γ. στρέφει τα βέλη του σε στρεβλές, σαρθρές και νοσηρές καταστάσεις, τις οποίες προφανώς απαντά στον κοινωνικό ιστό, ασκώντας έντονη κριτική. Αυτό συμβαίνει και στο ποίημα «Οι κουστωδοί των ανέμων» (σελ. 31), ειδικά όταν λέει: «Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πως τραγουδούν ανέμελα / δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας / τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν».
Η κοινωνική κριτική του Λ.Γ. μονίμως εστιάζεται σ’ αυτό που αποκαλούμε δημόσιο τομέα, στις δομές, στις νοοτροπίες και τους λειτουργούς του, τους μανδαρίνους της εξουσίας. Ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, εδώ και δυο δεκαετίες τουλάχιστον, έχει βιωματικές εμπειρίες που αξιοποιεί δεόντως. Έτσι, μάλλον ξέρει επακριβώς τι λέει όταν στο «Περιγραφή πειράματος ή οι άθλιοι της Λευκωσίας», (σελ. 37) καυτηριάζει: «Το οξείδιο της αγωνίας στους διαδρόμους των κυβερνητικών κτιρίων, χολή που στάζει σαν μιλούν εντεταλμένοι κουστωδοί, βαριές κουβέντες, αντεγκλήσεις, σκουριασμένα μυαλά, κατουρημένες συνειδήσεις».
Διάσπαρτα και συχνά εμβόλιμα ψήγματα από την εν γένει θεματική της ποιητικής απαντώνται σε πάρα πολλά ποιήματα της συλλογής. Σ’ αυτά ο Λ.Γ. αναμετράται, κρίνει, επικρίνει, ψέγει και μεμψιμοιρεί με τους ομότεχνούς του ή για τους ομότεχνούς του. Π.χ. στο «Φλούδες νοημάτων» (σελ. 26) λέει: «ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών / εν μέσω προσφορών / κορδέλες στα μαλλιά αφελών κυράδων». Ο ρόλος του ποιητή στο κοινωνικό αλλά και στο αισθητικό γίγνεσθαι απασχολεί ιδιαίτερα τον Λ.Γ. και διαπερνά σχεδόν όλους του τους στίχους. Κυρίως, όμως, πραγματεύεται τον κόσμο των αισθημάτων και των συναισθημάτων, τον ψυχικό κόσμο των ποιητών. Εύγλωττα και εύστοχα στο «Ρινίσματα» (σελ.
27) σημειώνει: «Ρινίσματα αισθημάτων στο δοκιμαστικό σωλήνα. / Ψάξε να βρεις στο κατάλληλο φιαλίδιο / τη χημική ουσία που θα διαλύσει / τα στρώματα της σκουριάς».
Σε μια συλλογή με τόσες και τόσες αναφορές στην ποίηση και στους ποιητές, δεν λείπουν βέβαια και οι διακειμενικοί διάλογοι με προσφιλείς ομότεχνους και ως επί το πλείστον δάσκαλους του Λ.Γ., όπως π.χ. ο Καβάφης, που τον συναντούμε και ως προμετωπίδα στο «Απομίμησις» (σελ. 33) όπου ο Λ.Γ., εδραζόμενος πάνω σε καβαφικούς συλλογισμούς, προεκτείνει: «…η ποίησης / περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού / σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες».
Θα ήθελα να κάμω κάποιες νύξεις και στους τεχνοτροπικούς πειραματισμούς του Λ.Γ. Σε μια σειρά από ποιήματα στον ελεύθερο στίχο παρεισφρέουν στίχοι ομοιοκατάληκτοι κλασικότροποι, συνήθως ζευγαρωτοί και ενίοτε δεκαπεντασύλλαβοι. Και ο στόχος δεν είναι βέβαια να δώσει μιαν αίσθηση δημώδους ποίησης, αλλά να προκληθεί η έκπληξη, η απορία, το μειδίαμα και μιας μορφής αστεϊσμός, καθώς αιφνιδιαστικά σμίγουν λέξεις λόγιες με λέξεις του καθημερινού συρμού. Θα έλεγα, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα αυτής της μανιέρας ποικίλλουν και ο βαθμός της αισθητικής ευόδωσής τους έχει μεγάλη διαπασών. Π.χ. στα «Τείχη» (σελ. 23) ενώ αρχικά συναντάμε ένα ευπρόσωπο ψήγμα κοινωνικής κριτικής: «λάσπη στις γωνιές των υπουργείων / στόμα κλειστό κατά τις υποδείξεις / τόλμησε να μιλήσεις και θα δεις», η εμμονή σε περιπαικτικές - λογοπαιγνιδίζουσες παρηχήσεις λειτουργεί, κατά την άποψή μου, διαβρωτικά, ως προς το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα: «Γύρισε και φίλησε τα τείχη, μη χάσεις τέτοια τύχη / να προσκυνάς ό,τι σου τύχει / αλλιώς μαυρίζουν ξαφνικά παράθυρα και τοίχοι / κατράμι και παράταιροι πυροβόλων ήχοι /…».
Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τρία ποιήματα με κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Και αναφέρομαι στο «Σε νέα ηθοποιό» (σελ. 38), στο «Οι φίλοι μου τα σκιάχτρα» (σελ. 47) και στο «Λευκές σελίδες» (σελ. 48). Έχω την άποψη ότι και οι τρεις περιπτώσεις είναι από τις πλέον διαυγείς στιγμές στο βιβλίο, με νοηματική ευκρίνεια, επαρκή αισθητική πραγμάτωση και πάλλοντα συναισθηματικό φόρτο. Πρόκειται για ποιήματα συμπαγή και ολοκληρωμένα, με ροή, συνοχή και εντέλεια.
Ολοκληρώνω λέγοντας πως στη «Λοκριγκάνα» ο Λ.Γ. καταθέτει ένα σαφέστατο στίγμα ποιητή κριτή και επιτιμητή τόσο των λογοτεχνικών όσο και των κοινωνικών δρώμενων στον τόπο μας. Και το κριτικό στίγμα του Λ.Γ. είναι ιδιαιτέρως ευκρινές και ιδιαιτέρως καταπελτικό και καταγγελτικό όταν έχει ως αποδέκτη την εξουσία, την όποια εξουσία. Και αυτό συμβαίνει στις πλείστες των περιπτώσεων.
Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, 12 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2012

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΠΟΛΙΤΗΣ, 26/02/2012

Λεωνίδας Γαλάζης


Η ιστορία της ζωής σας σε 20 λέξεις. Φιλόλογος, βοηθός διευθυντής στη Μέση Εκπαίδευση, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας με τη διατριβή Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο [1869-1925]. Σύζυγος: Κωνσταντία. Παιδιά: Γεωργία και Ανδρέας.

Τι σημαίνει ένα βραβείο; Ένα βραβείο σημαίνει την αναγνώριση της αξίας ενός έργου, μολονότι ο πιο αλάθητος κριτής είναι ο χρόνος. Για την ποίηση, το αναγνωστικό κοινό της οποίας είναι σχεδόν ανύπαρκτο, το βραβείο είναι σημαντικό και για το λόγο ότι συνιστά μια πρόταση προς τους αναγνώστες ότι η συλλογή που διακρίθηκε αξίζει να διαβαστεί. Επομένως, ο θεσμός των Κρατικών Βραβείων πρέπει να στηριχθεί. Όμως, αντίθετα από το κράτος που ενισχύει στο μέτρο των δυνατοτήτων του τους λογοτέχνες, τα ΜΜΕ [με ελάχιστες εξαιρέσεις] δεν προβάλλουν τη λογοτεχνία μας.

Γιατί γράφετε ποίηση; Γράφω ποίηση από τα εφηβικά μου χρόνια. Είναι για μένα μια εσωτερική ανάγκη. Γράφω σε περιόδους κατά τις οποίες βιώνω έντονες καταστάσεις. Δηλαδή η ποίηση για μένα λειτουργεί ως “καταφύγιο”, ως μια διέξοδος. Με εμπνέουν τα μείζονα προβλήματα της εποχής μας και ιδίως η αγωνία του ανθρώπου απέναντι σε ό,τι αντιστρατεύεται την ελευθερία του.

Για τι γράφετε ποίηση; Τα κυριότερα θέματα της ποίησής μου είναι, για να περιοριστώ στην τελευταία μου συλλογή Λοκριγκάνα, η ίδια η ποίηση και οι ποιητές [προβληματίζομαι γύρω από ζητήματα όπως είναι η κοινωνική και πολιτική λειτουργία της ποίησης, η ερμητική γραφή, η περιχαράκωση των ποιητών γύρω από σινάφια κλπ.], η σχέση του πολίτη με την εξουσία και η συχνή συντριβή του πρώτου μέσα στα γρανάζια των γραφειοκρατικών μηχανισμών, το δράμα της Κύπρου και η ανυπαρξία προοπτικής για υπέρβασή του, η αγωνία του καλλιτέχνη απέναντι στον φθοροποιό χρόνο κλπ.

Η κρίση θρέφει την ποίηση; Η οικονομική κρίση δεν άφησε κανέναν ανεπηρέαστο. Νομίζω πως μέσα στις νέες συνθήκες αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι πρέπει να στραφούμε σε πιο σταθερές αξίες, μια από τις οποίες είναι και η ποίηση, καθώς καταλαβαίνουμε ότι ο ευδαιμονισμός είναι μια πρόσκαιρη κατάσταση, σε αντίθεση με τις αιώνιες αξίες που μπορεί κανείς να αναζητήσει σ’ ένα ποιητικό έργο.

Τι είναι η κυπριακή λογοτεχνία; Για μένα η κυπριακή λογοτεχνία είναι ένας δόκιμος όρος. Δεν βλέπω γιατί είναι “αμάρτημα” να χρησιμοποιείται, όπως δεν είναι αμάρτημα να μιλάμε για αμερικανική, καναδική κλπ. λογοτεχνία [και όχι, π.χ., για αγγλική λογοτεχνία της Αμερικής]. Από την άλλη, όμως, δεν ενδείκνυται να εξετάζουμε την κυπριακή λογοτεχνία ερήμην της νεοελληνικής, γιατί μόνο με τη συνεξέτασή τους μπορούμε να καταλήξουμε σε αξιόπιστα συμπεράσματα.

Αμεσότητα ή υπόνοια; Και αμεσότητα και υπαινιγμοί. Γνήσιο βίωμα, σεβασμός στη γλώσσα και στον αναγνώστη, φαντασία, συγκίνηση και όραμα.

Ποιο είναι το αγαπημένο σας ποίημα;
Ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου.

Εργογραφία: Ποιητικές συλλογές Ματωμένα κοράλλια [1979], Ο λοιμός και άλλα ποιήματα [δίφυλλο, 1981], Ιατρική βεβαίωση [1982], Στυφά κυδώνια [1988], Φωτηλασία [1999], Παραδαρμός εν αλφαβήτω [2007], Λοκριγκάνα [2010], μελέτη “Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μόντη” [εκδ. Γαβριηλίδης 2008].
Ο Λεωνίδας Γαλάζης απέσπασε το φετινό Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή “Λοκριγκάνα”, εξ ημισείας με τον Αντρέα Χρίστου Πούλλο για το έργο “Η φάρμα των Ζώων ή Ο κυρ-Μέντιος διηγείται”. Τα βραβεία θα απονεμηθούν την Τρίτη 28/02 σε ειδική τελετή στις 19:30 στην αίθουσα Καστελιώτισσα, στη Λευκωσία.