Πέμπτη 17 Οκτωβρίου 2019

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ "ΒΡΑΔΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ" ΤΟΥ Ο.Λ.Κ.



Χαιρετισμός του Προέδρου του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής Λεωνίδα Γαλάζη στην εκδήλωση Βραδιά Λογοτεχνίας και Κριτικής, 16 Οκτωβρίου 2019, ώρα 19.00
Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Στροβόλου


Κύριε Διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας,
Κυρία Πρόεδρε του Ομίλου Φίλων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Στροβόλου,
Κύριε Πρόεδρε του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου,
Κυρία Πρόεδρε της Πολιτιστικής Κίνησης Λάρνακας,
Αγαπητά ιδρυτικά μέλη και νέα μέλη του Ομίλου Λογοτεχνίας και Κριτικής,
Κυρίες και κύριοι,

Με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση απευθύνω, εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου, χαιρετισμό στην αποψινή εκδήλωση με την οποία ο Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής ξεκινάει τη διαδρομή του στα πολιτιστικά δρώμενα της Κύπρου. Η παρουσία εδώ του Διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών κ. Π. Παρασκευά είναι για εμάς ιδιαίτερα σημαντική, καθότι τη θεωρούμε ως ένδειξη του ενδιαφέροντος της πολιτείας για στήριξη των δράσεών μας στους τομείς της λογοτεχνικής δημιουργίας, της κριτικής και της μετάφρασης, καθώς και της φιλολογικής έρευνας γύρω από την κυπριακή λογοτεχνία και των σχέσεών της με την ευρύτερη νεοελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία. Ουσιώδης είναι επίσης η συμβολή του Ομίλου Φίλων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Στροβόλου, με τον οποίο συνδιοργανώνουμε την αποψινή εκδήλωση, χάρη στο ενδιαφέρον της προέδρου του, δρος Μαρίας Μιχαηλίδου, η οποία είναι και ιδρυτικό μέλος του Ομίλου μας. Ευχαριστούμε λοιπόν τον κ. Παρασκευά και την κ. Μιχαηλίδου. Τις ευχαριστίες μας απευθύνουμε και προς τον Δήμαρχο Στροβόλου κ. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους, που έθεσε υπό την αιγίδα του τη διοργάνωση αυτή. Οι ευχαριστίες μας απευθύνονται και στον ηθοποιό Δημήτρη Αντωνίου για την τιμητική συμμετοχή του στην εκδήλωσή μας. 
Στην εκδήλωσή μας αποφασίσαμε να προσδώσουμε ομαδικό χαρακτήρα, με στόχο να δοθεί ευκαιρία σε όσο το δυνατό περισσότερα από τα μέλη μας να λάβουν μέρος σε αυτή τη λογοτεχνική συνάντηση. Το μήνυμα που επιδιώκουμε να δώσουμε με αυτό τον τρόπο τόσο στα υφιστάμενα μέλη μας, αλλά και στα νέα μέλη που έχουν ήδη εγκριθεί πρόσφατα από το Διοικητικό Συμβούλιο, είναι ότι δεν τους ξεχνούμε, αλλά αντίθετα επιζητούμε την ενεργό συμμετοχή τους σε όλες τις εκδηλώσεις και στις άλλες δράσεις του Ομίλου μας. Με συλλογικότητα και γόνιμη ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και εμπειριών, έχουμε τη δυνατότητα να πετύχουμε πολλά, με πνεύμα ανιδιοτέλειας και διάθεση προσφοράς στην κοινωνία και στον πολιτισμό μας, δεδομένου ότι η όλη δραστηριοποίησή μας είναι εθελοντική.
Η συλλογικότητα είναι για εμάς ιδιαίτερα σημαντική και στο επίπεδο του Διοικητικού Συμβουλίου. Από τις 16 Ιανουαρίου 2019 ώς σήμερα το Συμβούλιο εργάστηκε αθόρυβα και συστηματικά για όλη την αναγκαία οργανωτική δουλειά που συνεπάγεται η ίδρυση ενός σωματείου. Γι' αυτό τον λόγο, ευχαριστώ ιδιαίτερα τον αντιπρόεδρο Κυριάκο Ιωάννου, τη γραμματέα Φένια Κινικλή, την ταμία Ηλιάδα Αδάμου και τα μέλη Νάτια Αναξαγόρου, Ανδρέα Γεωργαλλίδη, Απόστολο Κουρουπάκη, Ανδρέα Πάμπουκκα και Ανδρέα Τίφα. Οι ευχαριστίες μας απευθύνονται και σε όλα τα ιδρυτικά μας μέλη, χωρίς τη στήριξη των οποίων θα ήταν αδύνατη η σύσταση του Ομίλου μας, καθώς και στα νέα και στα υποψήφια νέα μέλη που μας τιμούν με την εμπιστοσύνη τους.
Εξάλλου, ο Όμιλος Λογοτεχνίας και Κριτικής αντιμετωπίζει με θετικό πνεύμα τις όποιες εισηγήσεις για συνεργασίες με τα ομόλογα σωματεία του τόπου μας ή και του εξωτερικού. Η πολυφωνία και η ανταλλαγή ιδεών, εμπειριών, απόψεων και οραμάτων είναι πάντοτε για μας επιθυμητή και ευπρόσδεκτη. 
Ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να επεκταθώ αναλυτικά στους σκοπούς και στους ειδικότερους στόχους του Ομίλου μας, όπως παρατίθενται στο Καταστατικό, το οποίο είναι στη διάθεση του κοινού στον ιστότοπό μας. Επικεντρώνομαι, μόνο, στην επιδίωξή μας να δώσουμε ώθηση μέσω των δραστηριοτήτων μας στην περαιτέρω ανάπτυξη της λογοτεχνικής κριτικής, έχοντας επίγνωση του μεγάλου βαθμού δυσκολίας αυτού του εγχειρήματος. Πάντως, η κριτική ως λόγος περί του λογοτεχνήματος συνιστά ένα είδος διαλόγου. Αυτός ο διάλογος με τα έργα και τους συγγραφείς είναι ταυτόχρονα λόγος για τον άνθρωπο και τον κόσμο, που γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ενδιαφέρει τους πάντες. Γι' αυτό η ίδια η κριτική είναι καλό να είναι νηφάλια, αντιδογματική και ανοιχτή και η ίδια σε κριτική και αναθεώρηση, σε ένα πλαίσιο γόνιμου προβληματισμού, που αποστρέφεται τα θέσφατα και τις οριστικά τελειωμένες αλήθειες, που ούτως ή άλλως δεν υφίστανται.
Με αυτές τις σκέψεις, ευχαριστώ όλους και όλες που μας τιμάτε απόψε με την παρουσία σας και εύχομαι να χαρείτε τις λογοτεχνικές αναγνώσεις και τις κριτικές προσεγγίσεις που θα ακολουθήσουν. Ο λόγος τώρα ανήκει στους λογοτέχνες και στους μελετητές.

Σας ευχαριστώ.


















Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Ποίηση κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητη, με έντονα στοιχεία υπαρξιακού προβληματισμού


Λεωνίδας Γαλάζης
Ποίηση κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητη, με έντονα στοιχεία υπαρξιακού προβληματισμού
Γιώργος Χριστοδουλίδης, Μυστικοί άνθρωποι, Αθήνα, Κύμα, 2019, σσ. 91.
Στην έβδομη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, υπό τον τίτλο Μυστικοί άνθρωποι (2019), που εκδόθηκε πρόσφατα, εντοπίζονται τα κύρια γνωρίσματα της ποίησής του, τα οποία επισημάνθηκαν από την κριτική για την ποιητική του διαδρομή από το 1996 (έτος έκδοσης της πρώτης ποιητικής συλλογής του μέχρι σήμερα).[1] Τα 49 ποιήματα που συγκροτούν το νέο ποιητικό βιβλίο του Χριστοδουλίδη είναι γραμμένα στο οικείο πλέον για τους αναγνώστες του έργου του προσωπικό ύφος, χωρίς ωστόσο με αυτό να εξυπακούεται ότι ο ποιητής παρέμεινε στις σταθερές των προηγούμενων βιβλίων του. Αντίθετα, φαίνεται να ενοφθαλμίζει την ποίησή του με περισσότερο εμφανή νεοϋπερρεαλιστικά στοιχεία, που στα προηγούμενα βιβλία του ήταν περιορισμένα, χωρίς να εγκαταλείπει τη ρεαλιστική αποτύπωση περιστατικών της καθημερινής ζωής με κοινωνική ευαισθησία.
Η ποίηση του Χριστοδουλίδη και σε αυτό το βιβλίο είναι πρωτίστως αφηγηματική, με ψήγματα λυρικών στοιχείων, τα οποία εισάγονται στην ποιητική αφήγηση είτε μέσω του εξωλογικού στοιχείου και της τεχνικής της ανατροπής είτε με την ευδιάκριτη φιλοσοφική διάθεση. Η διάθεση αυτή συνδέεται με τον δεσπόζοντα υπαρξιακό τόνο και την προβληματική γύρω από τη ζωή και το νόημά της, καθώς και γύρω από τον θάνατο, αλλά και τα μεταφυσικά ζητήματα. Επιπλέον, η ποιητική γραφή στο νέο αυτό βιβλίο είναι συχνά αυτοαναφορική, καθώς σε αυτήν αποτυπώνεται ο εναγώνιος συχνά προβληματισμός του ποιητή για την τέχνη του και τα όριά της, για το δίπολο ποίηση - πράξη, καθώς και για τη σχέση του ποιητή με τους ομοτέχνους του. Τα γνωρίσματα αυτά συμπληρώνονται από τον συνεχή και επίμονο διακειμενικό διάλογο και τις συχνές διαθεματικές νύξεις ή αναφορές που εμπλουτίζουν την ποιητική θεώρηση των πραγμάτων και την προστατεύουν από μια στενά τοπική ή τοπικιστική οπτική.
Ο τίτλος της νέας συλλογής του Γ. Χριστοδουλίδη, Μυστικοί άνθρωποι, πηγάζει, όπως αναφέρει ο ίδιος, «από την αίσθηση ότι μέσα από τα πλείστα ποιήματα της συλλογής αναδύεται ένα είδος ανθρώπων τόσο συνθλιμμένων κοινωνικά, ψυχολογικά και υπαρξιακά που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν μυστικοί, διότι συνήθως στην πραγματικότητα περνούν απαρατήρητοι τόσοι αυτοί όσο και τα ακυρωμένα τους όνειρα».[2] Οι κοινωνικές, υπαρξιακές και ποιητολογικές συνδηλώσεις του τίτλου μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητές με την ανάγνωση του ομότιτλου ποιήματος, στο οποίο ο ενδοκειμενικός ποιητής διακατέχεται από έντονα αισθήματα ενοχής για το γεγονός ότι η ποίηση γράφεται τη στιγμή που στον κόσμο υπάρχει δυστυχία και πόνος. Η παιδική εργασία, η μετανάστευση και οι δύσκολες συνθήκες εργασίας των μεταναστών, οι πόλεμοι και το προσφυγικό πρόβλημα συνεχίζονται, την ώρα που το συλλογικό ποιητικό υποκείμενο (ο ποιητής και οι ομότεχνοί του) απολαμβάνει την πολυτέλεια της εκ του ασφαλούς δημιουργίας. Ως ποίηση, λοιπόν, σε αυτό το ποίημα, δεν εκλαμβάνεται η γραφή των στίχων, αλλά η ίδια η ζωή των «μυστικών ανθρώπων», των ανθρώπων που αγωνίζονται για την επιβίωσή τους σε πολύ δύσκολες συνθήκες: «Όλοι αυτοί ίσως δεν διάβασαν ποτέ ποιήματα [...] / ωστόσο είναι αυτοί που έχουνε γράψει / τα ποιήματά μας / την ηρεμία μας πίσω από τους τέσσερις τοίχους [...] έχουνε θρέψει την υπερμεγέθη φιλοδοξία μας / όσο δεν μπόρεσαν να θρέψουν τα όνειρα / και τα στομάχια τους» (σ. 76). Προφανώς, στο ποίημα αυτό απηχούνται στοιχεία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, και ενδεχομένως και άλλων ρευμάτων, γύρω από τη σχέση ποίησης και πράξης, αλλά και για το γενικότερο ζήτημα της σχέσης του ποιητή με την κοινωνία και της θέσης του σε αυτήν.
Η κοινωνιοκεντρική οπτική εντοπίζεται και σε άλλα ποιήματα της συλλογής, στα οποία σχολιάζονται με ευαισθησία όψεις της καθημερινής βιοπάλης. Λόγου χάρη, στο ποίημα «Δυο κορίτσια στο πρατήριο βενζίνης» αποδίδεται με την τεχνική της υπερβολής και με ευδιάκριτα νεοϋπερρεαλιστικά στοιχεία, η απεγνωσμένη προσπάθεια των νέων εργαζόμενων γυναικών να «διώξουν τη μυρωδιά της βενζίνης / και των λιπαντικών», κάθε βράδυ, που καταλήγει σε αποφλοίωση του δέρματός τους: «[...] βγάζουν στην πώληση τα δερματικά τους υπόλοιπα / παράφρονες δερματέμποροι καιροφυλακτούν / είναι μια καλά υπολογισμένη εμπορική πράξη, / μια ανταλλαγή / για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν άλλο δέρμα / πιο φτηνό και καθαρό / ο βυρσοδέψης των ανθρώπινων αισθημάτων / το εφαρμόζει με χαμηλή αμοιβή» (σσ. 40-41). Στο ποίημα «Πέντε γαρύφαλλα» σχολιάζεται με ένταση και με οργή η παιδική εργασία, ως απότοκος εγγενών αδυναμιών του κράτους για την εξάλειψή της. Η κατά τα άλλα ρεαλιστική ποιητική αφήγηση ολοκληρώνεται με τη συνήθη στην ποιητική γραφή του Χριστοδουλίδη μεταφορική / εξωλογική κατακλείδα: «Σήκωσε στάχτες εκείνη τη νύχτα / κι ύστερα τα σπλάχνα της πόλης / πετάχτηκαν έξω» (σ. 67).
Μολονότι στην ποίηση του Χριστοδουλίδη δεσπόζει η ποιητική αφήγηση, ως εκδίπλωση των επιμέρους συμβάντων ενός περιστατικού, δεν είναι όλα τα ποιήματα της νέας συλλογής του αφηγηματικά στον ίδιο βαθμό και κατά τον ίδιο τρόπο. Σε αντίθεση με τα ποιήματα που σχολιάσαμε πιο πάνω, το ποίημα «Θρύμματα» δομείται με βάση ένα και μόνο συμβάν, την πτώση ενός φλιτζανιού στο πάτωμα και τον θρυμματισμό του. Ό,τι ακολουθεί είναι η αποτύπωση των φιλοσοφικών προεκτάσεων του συμβάντος, που λειτουργεί ως αφόρμηση του υπαρξιακού στοχασμού γύρω από το ζήτημα της ακεραιότητας και της ενότητας: «[...] αυτό που λέμε ακέραιο / είναι αυτό που αντιστέκεται να μην σπάσει / αυτό που δεν αφήνεται να πέσει / και να γίνει εκατό κομμάτια / αλλά επιμένει να συγκρατεί / ό,τι το αποτελεί [...]» (σ. 86). Εξάλλου, στο ποίημα «Το φανάρι» αποδίδεται συνοπτικά η βάσανος της ποιητικής γραφής, με την τεχνική της θαμιστικής αφήγησης (σ. 55), ενώ στο ερωτικό ποίημα «Ταχυπαλμία» (σ. 34) συνδέονται αντιστικτικά οι φοβίες του ποιητικού υποκειμένου με την παρουσία της ερωτικής μορφής που συμβάλλει στην άρση των υπαρξιακών ανησυχιών.
Ο επίμονος υπαρξιακός στοχασμός, που δεσπόζει στη νέα ποιητική συλλογή του Γ. Χριστοδουλίδη, συνδυάζεται συχνά με την τοποθέτηση της ποιητικής αφήγησης σε μεταφυσικό χωροχρονικό πλαίσιο, όπως είναι οι λίμνες, το δάσος, το ποτάμι, η κόλαση. Σε άλλες περιπτώσεις, ο οικείος χρονότοπος ανοικειώνεται κατά την ανάπτυξη του ποιήματος, ως τόπος πραγμάτωσης ενός εξωλογικού και μεταφυσικού συμβάντος. Στο ποίημα «Η περίπτωση της λέξης πάντα στη λίμνη Τάμπο», ένα κέδρο (αρσενικό που έχασε το φύλο του) και η φανταστική λίμνη Τάμπο (η αγαπημένη γυναίκα) είναι οι πόλοι της ποιητικής και ταυτόχρονα μυθικής αφήγησης, μέσω της οποίας παρουσιάζεται η μετάβαση από τη ζωή στον θάνατο, από τον έρωτα στην παγερή ακινησία και από εκεί στην αιωνιότητα, μετά από μια σειρά μεταστοιχειώσεων και μεταμορφώσεων (σσ. 7-8). Σε θηλυκή αγαπημένη μορφή παραπέμπει η λίμνη και στο ποίημα «Μεγάλη Πέμπτη», που λειτουργεί λυτρωτικά και παρηγορητικά για το ποιητικό υποκείμενο, μετά από έναν μεγάλο πόλεμο (σ. 13). Στο ποίημα «Η λίμνη» το ομώνυμο θεματικό μοτίβο λειτουργεί αφαιρετικά. Μετά από ανομβρία δύο αιώνων, το ποιητικό υποκείμενο περπατά «εκεί όπου κάποτε ήταν η λίμνη / όπως περπατά κανείς / εκεί όπου κάποτε ήταν η αγάπη», με αισθήματα τρόμου, για την ανυπαρξία οποιασδήποτε ελπίδας, σε οικολογικά αλλά και σε οντολογικά συμφραζόμενα: «Λίμνη, της εκμυστηρεύομαι, / δεν θα μπορέσω ποτέ να ξεφύγω / από εκείνο που ήσουν / την ώρα / που απελπισμένα δέντρα / πριν γείρουν και πέσουν με ουρλιαχτό ασύλληπτο / υψώνουν τα τρομώδη χέρια τους μέχρι τον ουρανό / ξεκοιλιάζοντας τα άδεια ασκιά του» (σ. 15). Αντίστοιχα, στο ποίημα «Αφουσιά», όπου ο ποιητής «συνομιλεί» με το έργο Γκέμμα του Δημήτρη Λιαντίνη, η λίμνη, ως μήτρα της ζωής αντιπαραβάλλεται προς τον «έρημο τόπο» και το «αφόρετο και αδοκίμαστο σκοτάδι». Αφουσιά, όπως σημειώνει ο Δ. Λιαντίνης, είναι «η ζωή μας σε σχέση με την αλήθεια και την πραγματικότητα»,[3] δηλαδή παραπέμπει στη βαθύτερη ουσία της ύπαρξής μας. Η γυμνότητα της προσωποποιημένης λίμνης παραπέμπει στην αποκάλυψη των μυστικών δυνάμεων της ζωής, που παρά την ερήμωση, ενδέχεται και στο μέλλον να οδηγήσουν σε μιαν αναγέννηση, αν εμφανιστούν και πάλι «οι τολμητίες που θα λάμψουν ξαφνικά» (σσ. 44-45).
Από την άλλη, ο Γ. Χριστοδουλίδης αξιοποιεί με ευρηματικότητα οικείους στον αναγνώστη χρονότοπους, στο πλαίσιο της ποιητικής σκηνοθεσίας που παραπέμπει στον υπαρξιακό στοχασμό γύρω από διάφορα εναγώνια ερωτήματα. Στο ποίημα «Η πυρκαγιά» η αίσθηση του ποιητικού υποκειμένου ότι το σπίτι του καίγεται (ενώ παραμένει άθικτο) τροφοδοτεί τις βασανιστικές του αμφιβολίες, καθώς βρίσκεται σε μια τρίτη κατάσταση, έξω από τη ζωή και τον θάνατο: «Ξύπνησα μετά από χρόνια. / Σκέφτηκα τότε πως / αν ήμουν ζωντανός / αν ακόμα μπορούσα να οδηγήσω / μάλλον δεν θα προλάβαινα / να σβήσω τη φωτιά. / Ή μήπως είμαι τέτοιες φωτιές που βλέπω / έστω κι αν δεν υπάρχουν» (σ. 16). Η δική μας εντύπωση είναι πως η φωτιά λειτουργεί εδώ ως σύμβολο της οντολογικής αγωνίας, ως αποτέλεσμα των ανησυχιών, των ανασφαλειών, των φόβων του σύγχρονου ανθρώπου. Με παρόμοια τεχνική αποτυπώνεται στο ποίημα «Η γη θα σκεπάσει μια μέρα τον κόσμο» (σσ. 46-48) η εφιαλτική πρόβλεψη για το τέλος της ζωής στον πλανήτη μας. Εδώ η ποιητική αφήγηση αρχίζει χαμηλόφωνα από ένα συνηθισμένο και περιορισμένο χώρο (ένα πέτρινο αμφιθέατρο και το υπερυψωμένο πεζοδρόμιο), για να επεκταθεί στη συνέχεια σε ολόκληρη τη γη και στο σύμπαν. Έχουμε την άποψη ότι στα ποιήματα αυτά η θεώρηση του τέλους της ζωής στον πλανήτη μας δεν είναι στενά και μονοδιάστατα οικολογική, αλλά λειτουργεί ως προέκταση της επίμονης οντολογικής αγωνίας και προβληματικής.
Εξάλλου, στο ποίημα «Ανάσταση» (σ. 9) ο υπαρξιακός τόνος συνδυάζεται με τα στοιχεία της κοινωνικής κριτικής και της ειρωνείας, μέσω των οποίων στηλιτεύονται η υποκρισία, ο καθωσπρεπισμός και η πολύμορφη κρίση σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, κατά τρόπο που παραπέμπει στα ομόθεμα ποιήματα του Κώστα Μόντη «Κηδεία» και «Διάλογος εν ώρα κηδείας». Η αντικομφορμιστική ποιητική γραφή αντιστρέφει τα δεδομένα της πραγματικότητας παρουσιάζοντας τους παρισταμένους στην κηδεία ως νεκρούς, οι οποίοι παρεμποδίζουν την ανάσταση του θανόντος που μέχρι την εμφάνιση της ερωτικής γυναικείας μορφής κειτόταν γαλήνιος: « [...] γαλήνιος, μέχρι την ώρα / που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας / πλημμύρισε ξαφνικά τον ναό / μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα / μιας αχαλίνωτης γυναίκας / κατά λάθος ζωντανής μες στους νεκρούς / έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος / αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο / κανείς περίλυπος / δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο». Σε αντίθεση με το πλήθος στο ποίημα «Κηδεία» του Κ. Μόντη, που κι αυτό παρίσταται τυπικά στην κηδεία, στην «Ανάσταση» του Χριστοδουλίδη οι παριστάμενοι στην κηδεία αδυνατούν να δεχθούν το κάλεσμα του έρωτα και της ζωής. Στο ποίημα του πρώτου το πλήθος παρουσιάζεται, μετά τη λήξη της κηδείας να τρέχει ασυγκράτητο στους ανοιξιάτικους αγρούς: «σκόρπισε έπειτα ο κόσμος / και γέμισαν οι αγροί / κι' αργά γύριζαν πια όλοι στα σπίτια τους / μ' αγκαλιές αγριολούλουδα κι' ήλιο».[4] Από την άλλη, στο ποίημα «Διάλογος εν ώρα κηδείας»[5] του Μόντη σατιρίζεται η καθαρά τυπική παρουσία των ομιλητριών στην κηδεία με τη χρήση του αδιαμεσολάβητου διαλόγου τους, που φανερώνει την έλλειψη οποιασδήποτε μέθεξης στην τελετή, σε αντιστοιχία με τους «ελαφρώς θλιμμένους» στο ποίημα του Χριστοδουλίδη, σε μια κηδεία, όπου όλα «ήταν υπέροχα», κατά το εισαγωγικό ποιητικό σχόλιο.
Ενδιαφέρουσα στο πιο πάνω ποίημα είναι η κοινωνική κριτική όψεων της ζωής σε τοπικό επίπεδο, χωρίς τη χρήση τοπικών δεικτών. Με άλλα λόγια, ενώ στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής Μυστικοί άνθρωποι η ποιητική αφήγηση τοποθετείται σε οικουμενικό πλαίσιο, δεν λείπουν και εκείνα στα οποία η αφήγηση τοποθετείται σε κυπριακό ή ελλαδικό χώρο.  Διαπιστώνουμε ότι στις Πληγείσες περιοχές, την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Χριστοδουλίδη, τα ποιήματα της δεύτερης κατηγορίας ήταν περισσότερα. Στο ποίημα «Δύο κυρίες στην παλιά Λευκωσία» (σ. 21), ενδεικτικό παράδειγμα ποιήματος με σαφείς τοπικούς δείκτες που αναφέρονται στην κυπριακή πραγματικότητα, παρουσιάζεται με ρεαλισμό και αληθοφάνεια, και χωρίς τη χρήση του προσφιλούς στον Χριστοδουλίδη εξωλογικού στοιχείου, μια συνηθισμένη  σκηνή, εκείνη της αναχώρησης από την κυριακάτικη λειτουργία. Στο ποίημα αυτό, αφενός, αποτυπώνεται υπαινικτικά η συνεχιζόμενη κατοχή («Τις Κυριακές / χαμηλότερα από την προσευχή του μουεζίνη / που αγκιστρώνεται σαν σκέπαστρο στον αέρα [...]») και, αφετέρου, η ατμόσφαιρα της παλιάς Λευκωσίας, με τον «συρμό / πολλών παράξενων ανθρώπων [που] σκορπίζεται / στα οφιοειδή σοκάκια».
Με διαφορετική τεχνική αποτυπώνεται στο ποίημα «Η τελετή» (σ. 65) το συνεχιζόμενο δράμα των αγνοουμένων. Εδώ λείπουν οι τοπικοί δείκτες και η ποιητική αφήγηση εκφέρεται χωρίς την επιδίωξη της αληθοφάνειας, δεδομένου ότι εξαρχής το εξωπραγματικό στοιχείο συμφύρεται εξωλογικά με το πραγματικό. Οι τραγικές φιγούρες «των προδομένων από παντού» ανθρώπων, που «κρατώντας με ραγισμένα δάκτυλα / κιτρινισμένες φωτογραφίες αγαπημένων / σέρνονται σαν κάμπιες σε αχειροποίητους δρόμους» κατευθύνονται σε έναν χώρο όπου θα πραγματοποιηθεί μια τελετή, κατά την οποία είναι αδύνατον πια να διακρίνει κανείς ποιοι είναι οι ζώντες και ποιοι οι εικονιζόμενοι στις φωτογραφίες, μετά το εξωλογικό γεγονός της ανταλλαγής των μεταξύ τους ρόλων: «Παιδιά και συγγενείς λοιποί / άλλοι πηδάνε από τα κάδρα / κι άλλοι τα στελεχώνουν / όσοι ήτανε πριν φωτογραφίες / κρατούνε τώρα τις φωτογραφίες / εκείνων που τους έψαχναν / εμφανίζονται σαν άνθρωποι κανονικοί / που επέστρεψαν κι αναζητούν / μα δεν βρίσκουν / τους δικούς τους». Με την αντιμετάθεση αυτή των ρόλων ζωντανοί vs νεκροί, που εντοπίσαμε και προηγουμένως, ενδεχομένως αποδίδονται τα στοιχεία της αλλοτρίωσης και της φθοράς, της κάμψης της αγωνιστικότητας, με λιτότητα και χωρίς ρητορικές υπερβολές.
Ποια είναι, λοιπόν, η θέση και ποιος ο ρόλος του ποιητή σε μια κοινωνία με τόσες έκδηλες ή κρυμμένες και μυστικές παθογένειες, όπως είναι αυτή που περιγράφεται στα νέα ποιήματα του Χριστοδουλίδη; Ο ενδοκειμενικός ποιητής, έστω και αν σε κάποια ποιήματα με αυτοαναφορικό χαρακτήρα σχολιάζει τις προτιμήσεις του για ποιήματα ομοτέχνων του ή και αναφέρεται ακροθιγώς στη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας (λόγου χάρη στο ποίημα «Η μαγική στιγμή», σσ. 19-20), σε άλλα ποιήματα τοποθετείται με περισσότερη τόλμη σε σχέση με ζητήματα, όπως είναι το ποιητικό σινάφι αλλά και ευρύτερα η θέση και ο ρόλος του ποιητή στην κοινωνία. Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, εκφράζει την εναντίωσή του στις συναλλαγές, που μερικές φορές συνεπάγεται η ένταξη ενός ποιητή στο σινάφι των ομοτέχνων του: «Εγώ δεν έκτισα ψηλά παλάτια / δεν έγινα μέλος της σέκτας των ποιητών / δεν έγινα ικέτης [...]» («Ιστορίες αποκαθήλωσης», σσ. 22-23). Παρόμοια, στο ποίημα «Η περιπέτεια της ποίησης» (σσ. 62-63) εντοπίζουμε το ρομαντικής προελεύσεως θεματικό μοτίβο της αναχώρησης του ποιητή από την κοινωνία (επιμέρους θεσμός της οποίας είναι και το σινάφι των ομοτέχνων) και της εναντίωσής του απέναντι σε αυτήν: «Δοκίμασα να υπάρξω μέσα στη χλαλοή / η χλαλοή ήταν πανίσχυρη / με πέταξε έξω». Ο αναχωρητής ποιητής ακολουθεί τους «αβάδιστους δρόμους της ποίησης» και έπειτα αυτοί εξαφανίζονται, με αποτέλεσμα η ποιητική δημιουργία να προσλαμβάνει τον χαρακτήρα μιας περιπέτειας, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το ποίημα «Μυστικοί άνθρωποι» και την προβληματική που αναπτύσσεται σε αυτό γύρω από τη σχέση της ποιητικής δημιουργίας με τα ποικίλα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που ταλανίζουν τον σύγχρονο κόσμο, θεωρούμε ότι −παρά τις επιμέρους και μεμονωμένες αναφορές στην αναχώρηση του ποιητή από την κοινωνία και την πρόσκαιρη εναντίωσή του σε ορισμένους θεσμούς της− η ποίηση του Γ. Χριστοδουλίδη παραμένει κοινωνικά και πολιτικά ευαίσθητη. Το μοντέλο του ποιητή που ανιχνεύεται τόσο στην υπό παρουσίαση συλλογή του όσο και στις προηγούμενες είναι εκείνο του ποιητή ‒ ευαίσθητου δέκτη των ανησυχιών και προβλημάτων του κοινωνικού συνόλου και ταυτόχρονα εκφραστή της εποχής του. Από αυτή την άποψη, θα ενδιέφερε να προσεγγισθεί συγκριτικά η σχέση ποιητή και κοινωνίας τόσο σε συνάρτηση με το έργο των ποιητών της Γενιάς του 1990, στην οποία εντάσσεται ο Χριστοδουλίδης −ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της−, όσο και σε σχέση με το έργο παλαιότερων ποιητικών Γενεών. Η διεύρυνση της διακειμενικής αυτής προσέγγισης σε σχέση και με τις αντίστοιχες Γενιές της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.




[1] Βλ. ενδεικτικά Γιώργος Κεχαγιόγλου-Λευτέρης Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2010, σ. 733· Αιμίλιος Σολωμού, «Γιώργου Χριστοδουλίδη, Μεταξύ ουρανού και γης, Αθήνα, Φαρφουλάς 2013», Άνευ 48 (Καλοκαίρι 2013) 82-84· Χρήστος Μαυρής, «Η ποίηση των κοινωνικών αδιεξόδων», Χαραυγή, 8 Ιουλίου 2013· Λεωνίδας Γαλάζης, «Ποίηση του ουσιώδους», Νέα Εποχή 326 (Καλοκαίρι 2016) 85-89 [= Λ. Γαλάζης, Κείμενα, τρόποι, σημασίες. Θέματα λογοτεχνίας, Αθήνα, Ίαμβος, 2018, σσ. 149-156].
[2] Απάντηση του ποιητή σε ερώτημά μας σχετικά με τον τίτλο της συλλογής και τις πιθανές πηγές του, διακειμενικές ή άλλες.
[3] Βλ. Δημήτρης Λιαντίνης, Γκέμμα, Αθήνα, εκδ. Δ. Λιαντίνη, σσ. 57, 243: http://users.sch.gr/kdimitrakakis/kdim/dimosieuseis/liantinis_d_gemma.pdf, πρόσβαση: 16 Αυγ. 2019.
[4] Κώστας Μόντης, «Κηδεία», Αγνώστῳ ανθρώπῳ, Λευκωσία, 1968, Άπαντα Α΄: Ποίηση, Λευκωσία, Ίδρυμα Αναστάσιου Γ. Λεβέντη, 1987, σ. 478.
[5] Κώστας Μόντης, «Διάλογος εν ώρα κηδείας», Κύπρια ειδώλια, Λευκωσία, 1980, Άπαντα Α΄: Ποίηση, Λευκωσία, Ίδρυμα Αναστάσιου Γ. Λεβέντη, 1987, σ. 1058.

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Λεωνίδας Γαλάζης
Ποιητής, Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας

Εκτεταμένη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου και συναρπαστική αφήγηση
Ανδρέας Ονουφρίου, Λευκά και μαύρα αρπακτικά, Αθήνα, Πηγή, 2019.

Το νέο μυθιστόρημα του καταξιωμένου πεζογράφου Ανδρέα Ονουφρίου συγκαταλέγεται στα αφηγήματα που διαβάζονται απνευστί. Η αυστηρή ενότητα του μύθου και της πλοκής, η λειτουργική χρήση της γλώσσας, η πριμοδότηση της αφήγησης έναντι της περιγραφής, ο πλούσιος διάλογος, ο συνδυασμός της μηδενικής εστίασης του παντογνώστη αφηγητή με την εσωτερική εστίαση των προσώπων του μυθιστορήματος μέσω της εκτεταμένης χρήσης του ελεύθερου πλάγιου λόγου καθιστούν τα Λευκά και μαύρα αρπακτικά ένα αξιόλογο πεζογράφημα.
Η πλοκή του μυθιστορήματος, χωρίς περιττές παρεκβάσεις, αναπτύσσεται γύρω από τα νεανικά χρόνια του Δημήτρη, γεννημένου σ' ένα χωριό της Κύπρου, τη σύγκρουσή του με τον πατέρα του, εξαιτίας του άστατου χαρακτήρα του και της άσχημης συμπεριφοράς του απέναντι στη μητέρα του, και την απόφασή του να φύγει από το νησί με προορισμό τον Πειραιά, σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής με τη βοήθεια ενός παλιού γνώριμού του από τον στρατό. Χωρίς ηθικές αναστολές ή άλλους ενδοιασμούς ο Δημήτρης εισέρχεται στον κόσμο της νυχτερινής ζωής των περιχώρων του λιμανιού και πιο συγκεκριμένα αρχίζει να εργάζεται σε έναν οίκο ανοχής, όπου γρήγορα αναδεικνύονται οι οργανωτικές του ικανότητες. Μια δολοφονία στον πρώτο αυτό χώρο εργασίας του είχε ως αποτέλεσμα την εσπευσμένη εγκατάλειψή του μαζί με τις γυναίκες που εργάζονταν εκεί και την αναζήτηση νέου «σπιτιού» για την εργοδότηση όλων. Ο νέος αυτός χώρος είναι το «σπίτι» της μαντάμ Ζωζώς, στο Μεταξουργείο, όπου και πάλι ο Δημήτρης γρήγορα επιτυγχάνει με το οργανωτικό του δαιμόνιο να ανακαινίσει το άθλιο υποστατικό και να αυξήσει τα κέρδη. Ωστόσο, η οικονομική του επιτυχία ήταν επισφαλής, καθώς γρήγορα έχασε μεγάλα ποσά στο χαρτοπαίγνιο. Δανείζεται χρήματα από την αγαπημένη του Αγγελίνα και υπεξαιρεί ένα μεγάλο χρηματικό ποσόν από το ταμείο της Ζωζώς. Όμως, η ελπίδα του να ανακτήσει το μεγάλο χρηματικό ποσόν που έχασε δεν εκπληρώνεται και γι' αυτό αποφασίζει να επιστρέψει στην Κύπρο.
Σε αυτό, το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος (Κεφάλαια 1-7, σσ. 5-60), οι χρονικοί δείκτες είναι ελάχιστοι. Παράλληλα και οι τοπικοί δείκτες που αφορούν την Κύπρο είναι πάρα πολύ περιορισμένοι, σε αντίθεση με τις εμφανώς περισσότερες αναφορές στον Πειραιά και τα περίχωρά του. Βέβαια, και σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση, αποφεύγονται οι εκτεταμένες περιγραφές. Κυρίως αξιοποιούνται για τη νατουραλιστική απεικόνιση του εσωτερικού χώρου στα κακόφημα «σπίτια», όπου εργάστηκε ο κεντρικός ήρωας. Προφανώς, η επιλογή για περιορισμένη χρήση τοπικών δεικτών οφείλεται στη συγγραφική πρόθεση για αποφυγή οποιασδήποτε τυχόν ταύτισης της μυθοπλασίας με πραγματικές καταστάσεις ή γεγονότα της ταραγμένης περιόδου των αρχών της δεκαετίας του 1970 στην Κύπρο.
Το δεύτερο κομβικό σημείο της πλοκής, η γνωριμία του Δημήτρη με την Έλλη, μια νεαρή εργάτρια, ενταγμένη στο αριστερό συνδικαλιστικό κίνημα (Κεφάλαια 8 έως 13 [σσ. 61-105]) σηματοδοτεί την αργή αλλά σταθερή αλλαγή του χαρακτήρα του, που κορυφώνεται στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου. Ο Δημήτρης δεν είναι ένα στατικό πρόσωπο, καθώς σταδιακά εγκαταλείπει τον καιροσκοπισμό, τον κυνισμό και την άστατη ερωτική ζωή. Καταλυτικός για την αργή αυτή «μεταμόρφωσή» του ήταν ο έρωτάς του για την Έλλη, η οποία «ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα, όχι σκλάβα αλυσοδεμένη στις αντιλήψεις αυτών που, με την ισχύ που τους έδινε ο πλούτος τους, γύρευαν να την ποδηγετήσουν, να της τσακίσουν την περηφάνια, να αμφισβητήσουν τα δικαιώματά της» (σ. 65). «Δυναμική και ζόρικη», αλλά ταυτόχρονα «γλυκιά και τρυφερή» (σ. 73) η Έλλη, αφενός, πρωτοστατεί στις εργατικές διεκδικήσεις, γαλουχημένη με τη μαρξιστική ιδεολογία, και, αφετέρου, με την αγάπη της οδηγεί τον Δημήτρη σε ενδοσκόπηση και αυτοκριτική για το αμαρτωλό παρελθόν του, δηλαδή στην αριστοτελική αναγνώριση, χωρίς την οποία θα ήταν αδύνατη η χαρακτηρολογική διαφοροποίησή του. Από την άλλη, με την πρώτη επαφή του πρωταγωνιστή με το οικογενειακό περιβάλλον της Έλλης, είναι ευδιάκριτες οι πρώτες ενδείξεις ενός οικογενειακού δράματος με επίκεντρο τον αδελφό της, Λίνο, «ένα πλάσμα λεπτεπίλεπτο, σχεδόν γυάλινο [...], λιγομίλητο, κλεισμένο στον εαυτό του, σχεδόν μελαγχολικό» (σ. 75).
Στο 12ο Κεφάλαιο του μυθιστορήματος αναδεικνύεται η οργανωτική ικανότητα του Δημήτρη, χάρη στην ευστροφία του οποίου οι συνδικαλιστικές διεκδικήσεις στο εργοστάσιο όπου εργαζόταν η Έλλη έχουν αίσια έκβαση. Έπειτα, αντιμετωπίζονται με τόλμη και θάρρος από τον ίδιο οι προσπάθειες για τρομοκράτηση και φίμωση της νέας. Στο περιθώριο των βασικών αυτών συμβάντων της πλοκής, σκιαγραφείται ελλειπτικά η τραγική φιγούρα του Λίνου και ειδικότερα η ομοφυλοφιλία του. Παράλληλα, παρουσιάζεται συνοπτικά η ταραγμένη πολιτική κατάσταση των παραμονών της κυπριακής τραγωδίας του 1974, σε συνάρτηση με τη στάση των πιο πάνω προσώπων απέναντι σε αυτήν. Η ανησυχία της Έλλης και ο φόβος του Λίνου αντιπαραβάλλονται προς την αδιαφορία του Δημήτρη, που παρά την αρχόμενη χαρακτηρολογική του μεταστροφή, είναι ακόμη πολιτικά ανενεργός και αδιάφορος:

Ο τόπος κομματιαζόταν, μέρα με τη μέρα. Σιγά-σιγά, οι αντιφρονούντες
ροκάνιζαν τα θεμέλια της τάξης. Γύρευαν να πάρουν την εξουσία στα χέ-
ρια τους και δεν σταματούσαν μπροστά σε τίποτα. Καθημερινά, σκάζανε
βόμβες. Κάτω από αυτοκίνητα, δημόσια κτήρια· έπεσαν ακόμα και κορμιά.
Μέρα με τη μέρα, η παρανομία φούντωνε. Η Έλλη ανησυχούσε, δεν τη χω-
ρούσαν οι τόποι. Ο Δημήτρης δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για όλ' αυτά.
Ήταν ευτυχισμένος. Είχε ό,τι ήθελε· ας φάνε όλοι οι άλλοι το κεφάλι τους,
αυτός τι είχε να χάσει; Ο Λίνος όμως φοβόταν. Φοβόταν, σαν κορίτσι. Το
«γυάλινο αγόρι» (σ. 93).

Η ανησυχία της Έλλης, φυσικά, δεν ταυτίζεται με τον φόβο του αδελφού της, καθότι πηγάζει από την επίγνωση του γεγονότος ότι «η ευτυχία η δική μας και η ευτυχία του κόσμου είναι αλληλένδετες. Και κινδυνεύει με όσα γίνονται γύρω μας» (Κεφ. 13, σ. 104). Στην ερώτησή της μάλιστα αν μπορεί να φανταστεί ποιο θα είναι το αποτέλεσμα «αν τούτοι οι νυχτοβάτες πάρουν στα χέρια τους την εξουσία» (σ. 104), ο Δημήτρης απαντά με αδιαφορία, η οποία αποδίδεται με χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου: «Και γιατί, δηλαδή, να τον νοιάζει τον Δημήτρη; Μην ήτανε κανένας υπουργός και θα έχανε τη θέση του; Τι είχαν να μοιράσουν αυτοί οι διαβόλοι μαζί του; Αυτός κοιτούσε μόνο τη δουλειά του και δεν ανακατευόταν πουθενά» (ό.π.).
Η οριστική εγκατάλειψη της πιο πάνω ατομικιστικής στάσης επέρχεται στο τρίτο και μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος (Κεφ. 14-25), έστω και αν αυτή συμβαίνει όταν ο Δημήτρης συνειδητοποιεί ότι απειλείται ο ίδιος από τη γενικότερη ασταθή πολιτική κατάσταση. Η ανατίναξη και η καταστροφή του αυτοκινήτου του από τις δυνάμεις που επιδίωκαν την ανατροπή της νόμιμης τότε κυβέρνησης του νησιού, την ώρα που ο ίδιος ετοιμαζόταν να ασελγήσει σε βάρος του Λίνου, δεν επιτρέπει πλέον οποιονδήποτε εφησυχασμό:

Όσο κι αν ήθελε να μην ήταν αλήθεια, ήταν το αυτοκίνητό του αυτό που
είχε γίνει μια μάζα από άμορφα σιδερικά. Οι άνθρωποι της νύχτας τού το
τινάξανε στον αέρα, προς μεγάλη επιτυχία της επανάστασής τους. Ίσως,
βέβαια, να μην γνώριζαν πως αυτός αδιαφορούσε για όλ' αυτά· τους έφτανε
όμως που το κορίτσι του τους έμπαινε στη μύτη. Κάποιος έπρεπε να πλη-
ρώσει. [...] Έτσι, στα ξαφνικά και στ' ανέλπιστα βρέθηκε στην πολεμίστρα
ο Δημητράκης. Όχι στην άμυνα, όμως, αλλά στην επίθεση. Τιμωρός και
εξολοθρευτής, άλλωστε, δεν ήταν πάντα; (σσ. 117-118)

Συνεπώς, η αναγνώριση του γεγονότος ότι «η αδιαφορία που είχε για τον κόσμο γύρω του δεν οδηγούσε πουθενά» και η συναίσθηση ότι «όλα όσα πίστευε για τη ζωή ήταν λανθασμένα» (σ. 121) σηματοδοτούν την αφύπνισή του, την ενεργοποίησή του με στόχο την εκδίκηση, τη συμμετοχή του στα συλλαλητήρια και στις διαδηλώσεις, δίπλα στην Έλλη (σ. 122).
Η εμφάνιση του ξαδέλφου της Έλλης και του Λίνου στο 16ο Κεφάλαιο είναι αποφασιστικής σημασίας για την κορύφωση της πλοκής, καθώς από εδώ μέχρι την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος, η προσωπική τραγωδία του Λίνου συνυφαίνεται με την επερχόμενη εθνική τραγωδία. Ένα γράμμα, λοιπόν, του ξαδέλφου των δύο νέων, Βάσου Πετρίδη, προκαλεί αναστάτωση και ανησυχία στους ιδίους. Ο Πετρίδης, συνεργάτης των νυχτοβατών που ανατίναξαν το αυτοκίνητο του Δημήτρη, ήταν και ο θύτης του Λίνου, στην εγκιβωτισμένη αφήγηση του οποίου εκτίθενται τα καθέκαστα της συμφοράς που προκάλεσε στον ίδιο, στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ: Κρυμμένος σε κρησφύγετο στο σπίτι των ξαδέλφων του και προσποιούμενος τον αγωνιστή, βίασε τον δεκαπεντάχρονο τότε ξάδελφό του, τον Λίνο, καθώς και τη συνομήλική του Σοφούλα, με την οποία τον συνέδεε ο αγνός εφηβικός έρωτας. Η μετανάστευση του Πετρίδη, μετά από τα γεγονότα αυτά, στον Καναδά δεν οφειλόταν, βέβαια, στην αγωνιστική στάση και προσφορά, όπως διατεινόταν, αλλά στον αισχρό χαρακτήρα και στην προδοτική του στάση, εξαιτίας των οποίων βρισκόταν σε κίνδυνο η ζωή του.
Η λύση του δράματος και η κάθαρση επέρχεται στα δύο τελευταία κεφάλαια του μυθιστορήματος. Με το δαιμόνιο και την πονηριά του Δημήτρη, ο οποίος γνώριζε επιπλέον ότι ο Πετρίδης είχε ενεργό συμμετοχή στην παράνομη οργάνωση που μεθόδευε από μέρα σε μέρα την ανατροπή της κυβέρνησης, ο δεύτερος φιλοξενείται μεν στο σπίτι της ξαδέλφης του, όπως είχε ζητήσει, αλλά στην ουσία εγκλωβίζεται εκεί, χωρίς να έχει δυνατότητα να επικοινωνήσει με τον Λίνο, όπως σχεδίαζε. Άκαρπη στάθηκε ακόμη και η προσπάθεια του Β. Πετρίδη να βρει οποιαδήποτε ενοχοποιητικά στοιχεία σε βάρος της ξαδέλφης του.
Γι' αυτό, μετά την πραγματοποίηση του πραξικοπήματος, ο Πετρίδης επιστρέφει στο σπίτι των ξαδέλφων του με στρατιωτικό όχημα και με τη συνοδεία αρκετών ανδρών που δρώντας υπό τις διαταγές του, ερευνούν εξονυχιστικά κάθε δωμάτιο. Μετά από σκηνές έντασης και λεκτικών διαξιφισμών και μετά από άστοχους πυροβολισμούς του Πετρίδη, τη στιγμή που ο τελευταίος ετοιμαζόταν να σκοτώσει τον Δημήτρη, ο Λίνος επιτυγχάνει θανάσιμο πλήγμα στον θύτη του με μια μεταλλική προτομή του Λένιν:

Μια μεταλλική προτομή, με ξυσμένο το κεφάλι της από σφαίρα, ένας άψυ-
χος Λένιν τινάχτηκε, με δύναμη, και έπεσε στο κεφάλι του αφιονισμένου ε-
παναστάτη, που αύριο, ίσως, να γινόταν υπουργός στη νέα «επαναστατική»
κυβέρνηση. (σ. 204)

Και στην περίπτωση του Λίνου, λοιπόν, έχουμε έναν δεύτερο χαρακτήρα, που δεν παραμένει στατικός σε όλη την έκταση του μυθιστορήματος, αλλά εξελίσσεται. Με τη διαφορά ότι στην περίπτωσή του, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τον Δημήτρη, η χαρακτηρολογική μεταβολή επέρχεται ακαριαία, χωρίς τη σταδιακή προετοιμασία του ήρωα αλλά και του αναγνώστη. Μοιάζοντας να μην είναι «εκ του κόσμου τούτου», ο Λίνος αδυνατεί να κατανοήσει πού βρήκε τη δύναμη για την ηρωική του στάση, η οποία αποδίδεται από τον αφηγητή «στον πόνο μιας ρημαγμένης ζωής ή στον άδικο χαμό κάποιας Σοφούλας» (σ. 204).
Επομένως, η αφηγηματική δεινότητα του Ονουφρίου βασίζεται στην ικανότητά του να ενορχηστρώνει σκηνές με σύζευξη της παραστατικής αφήγησης και των πλούσιων διαλόγων. Αναδεικνύεται επίσης αριστοτέχνης ειδικά στην επιλογή των ιδιολέκτων που χρησιμοποιούν οι ήρωές του, ειδικά στις νατουραλιστικές απεικονίσεις της καθημερινότητας στα πορνεία του Πειραιά. Η τεχνική όμως που δεσπόζει στο μυθιστόρημά του Λευκά και μαύρα αρπακτικά και η οποία προσδίδει στην αφήγηση εξαιρετική ένταση είναι η εκτεταμένη σύζευξη της μηδενικής εστίασης του παντογνώστη αφηγητή με τις εσωτερικές εστιάσεις των προσώπων του μυθιστορήματος. Η σύζευξη αυτή υλοποιείται με την εκτεταμένη χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου και την παραχώρηση εκ μέρους του αφηγητή μεγάλου μέρους των «προνομίων» της παντογνωσίας του στα δρώντα πρόσωπα, η φωνή των οποίων συνδυάζεται με τη φωνή των προσώπων. Όπως σημειώνει ο Franz K. Stanzel, «ο ελεύθερος πλάγιος λόγος, όπου εμφανίζεται ενσωματωμένος στο συγγραφικό αφηγηματικό σχήμα, είναι από την άποψη της προοπτικής μια μεικτή μορφή από εσωτερική και εξωτερική προοπτική» (Θεωρία της αφήγησης, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1999, σ. 214). Με τη χρήση της τεχνικής αυτής ο αφηγητής αλλά και ο αναγνώστης αποστασιοποιούνται από τη νοοτροπία των ηρώων και «διαβάζουν» κριτικά τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις στάσεις και τις συμπεριφορές τους. Από αυτή την άποψη, θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε στο νέο μυθιστόρημα του Α. Ονουφρίου στοιχεία κοινωνικής κριτικής, που είναι σύμφυτα με τη ρεαλιστική και σε πολλά σημεία νατουραλιστική απεικόνιση των καταστάσεων που αφηγείται. 

Ο Φιλελεύθερος, 13 Σεπτεμβρίου 2019

http://www.philenews.com/downtown/kritikes-gnomes/article/778980/ektetameni-chrisi-toy-eleftheroy-plagoy-logy-kai-synarpastiki-afigsi




Σάββατο 24 Αυγούστου 2019





Η αφήγηση ως λογοτεχνικά μετουσιωμένη μαρτυρία
Γεώργιος Ν. Χαριτωνίδης, Με το μέλι και το σφηλικούντρι τους. Επεισόδια από τον βίο του Άκη Κατελάρη, Κύπρος, 2019.
Το νέο πεζογράφημα του βραβευμένου, με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και με το Βραβείο Πεζογραφίας «Κύπρος Χρυσάνθης», Γιώργου Χαριτωνίδη, υπό τον τίτλο Με το μέλι και το σφηλικούντρι τους. Επεισόδια από τον βίο του Άκη Κατελάρη, είναι γραμμένο με πόνο και αγάπη. Είναι το πέμπτο βιβλίο πεζογραφίας του συγγραφέα, μετά τα έργα: Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια (2003), Με διαβατήριο και βίζα μιας ημέρας (2006), Αιχμάλωτος περιηγητής (2011) και Ανέβας και Κατέβας (2014). Γύρω από το κεντρικό πρόσωπο τού παιδικού του φίλου, Άκη, συνυφαίνονται πότε ευχάριστες και πότε επώδυνες αναμνήσεις, με σεβασμό στα ιστορικά γεγονότα αλλά και ισχυρή καλλιτεχνική βούληση που ισοζυγίζει τις ιστορικές αναφορές και τις λογοτεχνικές προεκτάσεις τους. Το αισθητικά άρτιο βιβλίο κοσμεί εικαστική δημιουργία της Μαρίας Χατζηττοφή, στο εξώφυλλο, και διάφορα μοτίβα από έργα της, στις εσωτερικές σελίδες, τα οποία παρουσιάστηκαν πρόσφατα σε έκθεσή της στη γκαλερί Opus 39, στη Λευκωσία, υπό τον τίτλο που φέρει και το νέο βιβλίο του Χαριτωνίδη.
Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει στο δελτίο Τύπου με το οποίο προαναγγέλθηκε η έκθεση της Χατζηττοφή, «Η κλωστή περνά από την Ιστορία, πιάνει την παράδοση, την ορθοδοξία και τη μνήμη. Το βελόνι τσιμπά πρώτα την καρδιά και ύστερα τον καμβά. Τραβά τις μέλισσες από το ποίημα του Παντελή Μηχανικού. Δημιουργεί σχήματα. Το κάθε σχήμα γεμάτο μέλισσες με το μέλι και το σφηλικούντρι τους. Σχήματα λευκά, καθαρά, για να στρώσει το κάθε βλέμμα το δικό του χρώμα, το δικό του συναίσθημα».[1] Θα λέγαμε ότι το σημείωμα αυτό λειτουργεί ως αυτοσχόλιο για το νέο βιβλίο του Χαριτωνίδη, από την άποψη ότι προσδιορίζει τη διακειμενική του «συνομιλία» με τον «Ονήσιλο» του Π. Μηχανικού και τη διαθεματική «συνάντησή» του με την εικαστική δημιουργία της Χατζηττοφή και εν τέλει, μέσω αυτών, αποδίδει το στίγμα της δικής του λογοτεχνικής ανάγνωσης της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου, που είναι η καυτή πρώτη ύλη του πεζογραφήματός του.
Επανερχόμενο θεματικό μοτίβο (leitmotiv) του βιβλίου είναι οι αναμνήσεις τις οποίες συνδηλώνουν οι μέλισσες. Σε αυτό το μοτίβο παραπέμπει ο ελλειπτικός τίτλος, που αναφέρεται στη διττή λειτουργία της μνήμης, άλλοτε ως ευχάριστης αναπόλησης (βλ. μέλι) και άλλοτε ως επώδυνης και βασανιστικής ανάκλησης βιωμάτων του παρελθόντος (βλ. σφηλικούντρι). Η ιδιωματική λέξη σφηλικούντριν (το) «σημαίνει το φαρμακερό κεντρί της μέλισσας ή της σφήκας» («σφηλόν κεντρίν» = ισχυρό κεντρί).[2] Με την ίδια λέξη, επιπλέον, αποκαλείται μεταφορικά το παιδί «που κάνει πανουργίες και ενοχλεί άλλα παιδιά».[3]
Με αυτό το θεματικό στοιχείο, η συγγραφική πρόθεση για αποτύπωση της μαρτυρίας για τον παιδικό φίλο, με προσήλωση στα πραγματικά γεγονότα και χωρίς έκδηλα στοιχεία μυθοπλασίας, πλαισιώνεται διακειμενικά και διασυνδέεται με την ηρωική μορφή του Ονήσιλου, καθώς και με τη δραματική ποιητική της ανάγνωση από τον Π. Μηχανικό. Από την άλλη, προεκτείνεται η εναγώνια διαπίστωση του ποιητή στο παρόν, ωθώντας τον αναγνώστη του νέου βιβλίου του Χαριτωνίδη στον προβληματισμό μήπως ακόμη και σήμερα αδιαφορούμε για τα μηνύματα των μελισσών, οι οποίες εμφανίζονται σε ορισμένα σημεία του παρόντος της αφήγησης. Λόγου χάρη, στο πρώτο κεφάλαιο: «Δυο-τρεις μέλισσες περιτριγύριζαν τον δίσκο με τους καφέδες μας, αμέσως ο Πρόδρομος παρομοίασε τις αναμνήσεις με τις μέλισσες –με το μέλι και το σφηλικούντρι τους» (σ. 9).[4] Στο όγδοο κεφάλαιο, αφορμή για την αφύπνιση της μνήμης είναι μια πρόσφατη επίσκεψη στην κατεχόμενη Λάπηθο: «Γυρίσαμε βήμα-βήμα όλη τη γειτονιά, πήγαμε και στα χωράφια μας, στο Οχτωλιθάρι. Η μέλισσα-ανάμνηση έφερε γύρη, την έκανε μέλι για τα βορεινά δωμάτια του σπιτιού μας» (σ. 18). Στο ίδιο κεφάλαιο, παρά την όποια χαρά μπορεί κανείς να νιώσει με την ανάμνηση των ανέμελων στιγμών σε ένα περιβόλι (το Οχτωλιθάρι των παιδικών χρόνων), η δεσπόζουσα αίσθηση είναι εκείνη του πόνου: «Όμως, πρόσφατα νιώσαμε κεντρίσματα πόνου σε όλο το κορμί, λες κι ένα θυμωμένο μελίσσι όρμησε καταπάνω μας και μας τσίμπησε εκατοντάδες φορές» (σ. 20). Το συλλογικό αυτό σύγχρονο βίωμα είναι, όπως μετουσιώνεται λογοτεχνικά από τον Χαριτωνίδη και εικαστικά από τη Χατζηττοφή, η τραγική κατάληξη τής προ του 1974 συλλογικής αβελτηρίας την οποία αποτυπώνει σπαρακτικά ο Π. Μηχανικός: «Δέκα χιλιάδες μέλισσες έστειλε ο Ονήσιλος/ κι όλες ψοφήσανε απάνω στο παχύ μας δέρμα/ χωρίς τίποτα να νιώσουμε.»[5]
Η συνάντηση του ενδοκειμενικού συγγραφέα-αφηγητή[6] με τον κεντρικό ήρωα της αφήγησης, Άκη Κατελάρη, και με τον αδελφό του πρώτου, Πρόδρομο, ένα πρωινό Σαββάτου, σε ένα παραθαλάσσιο καφενεδάκι της Λεμεσού, είναι το κύριο λογοτεχνικό εύρημα γύρω από το οποίο συνυφαίνονται τα επεισόδια από τον βίο του πρωταγωνιστή, που ανακαλούνται από το παρελθόν συνειρμικά και με πολυφωνική αφήγηση, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Το παρόν της αφήγησης, εξαιρετικά σύντομο, δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της μισής μέρας, καθότι η συνάντηση ολοκληρώνεται μετά το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Παρόμοια τεχνική, ως προς τον αφηγηματικό χρόνο, εφάρμοσε και ο Κώστας Λυμπουρής στο μυθιστόρημά του Επιβάτες φορτηγών (2017). Η διευθέτηση των 40 επεισοδίων/ κεφαλαίων γίνεται συνειρμικά και χωρίς την επιδίωξη για αυστηρή χρονολογική σειρά των γεγονότων που ανακαλούνται στην αφήγηση. Με εξαίρεση τα κεφάλαια 14 και 30 (που εκτείνονται σε 6 και 17 σελίδες αντίστοιχα), η έκταση των υπόλοιπων κεφαλαίων είναι περιορισμένη, σε τόσο βαθμό που θα μπορούσαν να θεωρηθούν και ως μικροδιηγήματα, αν δεν τα συνέδεε ο συνεκτικός ιστός της ελλειπτικής βιογράφησης του κεντρικού ήρωα. Παρόμοια, στο Με διαβατήριο και βίζα μιας ημέρας (2006) η αφήγηση διευθετείται από τον Χαριτωνίδη σε 37 κεφάλαια πολύ μικρής έκτασης.
Η ελλειπτικότητα και η λιτότητα είναι μια από τις κύριες αρετές του βιβλίου Με το μέλι και το σφηλικούντρι τους, μαζί με το γνωστό σπινθηροβόλο ύφος του Χαριτωνίδη, που ξέρει να κολάζει την τραγικότητα των θεμάτων με τα οποία καταπιάνεται με τη θεραπευτική επενέργεια του χιούμορ, στο οποίο υπόκειται μια στωική θεώρηση της ζωής και των ανθρωπίνων πραγμάτων. Η λιτότητα αυτή είναι εμφανής στις αφηγηματικές τεχνικές που εφαρμόζει ο συγγραφέας, ιδίως σε σχέση με την εναλλαγή των αφηγητών και της εστίασης της αφήγησης, αλλά και με τη χρήση των αφηγηματικών τρόπων.
Η επιλογή από τον συγγραφέα της πρωτοπρόσωπης αφήγησης είναι επακόλουθο της πρόθεσής του να καταθέσει τη δική του μαρτυρία για τη μορφή του Άκη Κατελάρη, με προσήλωση όχι μόνο στο ζητούμενο της αληθοφάνειας αλλά και σε εκείνο του σεβασμού απέναντι στην ιστορική ύλη, που μετουσιώνεται από τον ίδιο σε λογοτεχνική αφήγηση. Ο συγγραφέας-αφηγητής, ωστόσο, αφήνει για τον εαυτό του την ελάχιστη δυνατή έκταση αφήγησης που θα μπορούσε να του αναλογεί και παραχωρεί τον λόγο στα άλλα κύρια πρόσωπα του βιβλίου, τα οποία αναλαμβάνουν εναλλάξ τον ρόλο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή. Με αυτό τον τρόπο, αναπτύσσονται στο βιβλίο τέσσερις εναλλασσόμενες αφηγήσεις με αντίστοιχες εσωτερικές εστιάσεις που συμπληρώνουν η μία την άλλη. Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο (στα κεφάλαια 1 και 40) τον έχει ο συγγραφέας-αφηγητής, ενώ στα λοιπά κεφάλαια, έχουμε επιπλέον τις αφηγήσεις του Άκη, του Πρόδρομου και του Κωστή, αδελφού του Άκη. Η αφήγηση του τελευταίου δεν γίνεται διά ζώσης, αφού δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στη συνάντηση του Σαββάτου˙ προσλαμβάνει τη μορφή γραπτής εκτεταμένης απάντησης μέσω ηλεκτρονικής επικοινωνίας (Facebook). Με αυτό τον τρόπο, ο Κωστής αφηγείται τις συνθήκες του τραυματισμού του, το 1974 (σσ. 102-104). Όπως είναι φυσικό, τη μερίδα του λέοντος των αφηγήσεων έχει ο βιογραφούμενος Άκης Κατελάρης.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας-αφηγητής ενορχηστρώνει τις αφηγήσεις των τεσσάρων αφηγητών. Τις περισσότερες φορές αρκείται σε λακωνικά διατυπωμένες προτάσεις ή άλλοτε σε παραγράφους μικρής έκτασης και σπανιότερα παραχωρεί τον λόγο σε άλλον αφηγητή, μετά από δική του εισαγωγή μεγαλύτερης έκτασης. Λόγου χάρη, στο 10ο κεφάλαιο, ο Πρόδρομος αναλαμβάνει την αφήγηση, μετά την εισαγωγική πρόταση του αφηγητή: «Επανήλθε ο Πρόδρομος στη γειτονιά» (σ. 25). Παρόμοια, στο 30ό, το πιο εκτεταμένο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Άκης διεκπεραιώνει την αφήγηση μετά την εισαγωγική παρότρυνση του αφηγητή: «Πες για τις 20 του Ιούλη, ρε Άκη, είπα» (σ. 73). Στο 31ο κεφάλαιο η εισαγωγή του συγγραφέα-αφηγητή είναι εκτενέστερη και σε αυτήν γίνεται μια αποτίμηση των απωλειών της Λαπήθου το καλοκαίρι του 1974. Στη συνέχεια, εγκιβωτίζεται στο κεφάλαιο αυτό μια αφήγηση του Λαπηθιώτη Σάββα Θεοδούλου Μαστραππά για τις συνθήκες εγκλωβισμού στη γενέτειρά του και της εκδίωξής του από εκεί τον Οκτώβριο του 1975. Η συγκεκριμένη εγκιβωτισμένη αφήγηση αντλείται από δημοσίευμα του ιστορικού Πέτρου Παπαπολυβίου στον ημερήσιο Τύπο και από το βιβλίο του δημάρχου Λαπήθου Νεοπτόλεμου Κότσαπα Λάπηθος – Καραβάς. Διά πυρός και σιδήρου.
Η τεχνική αυτή της εναλλαγής των αφηγητών χρησιμοποιείται ευρέως στη μετανεωτερική πεζογραφία, για την πολυπρισματική αναπαράσταση των γεγονότων της μυθοπλασίας, αλλά και για τη λογοτεχνική αποτύπωση του πολύπλοκου, παράλογου και συχνά δυσερμήνευτου κόσμου που μας περιβάλλει. Στην περίπτωση, όμως, του βιβλίου Με το μέλι και το σφηλικούντρι τους, η εναλλαγή των αφηγητών δεν αποσκοπεί ούτε σε πολυπρισματική αναπαράσταση ούτε σε αποτύπωση του παραλογισμού. Συνδέεται, κατά την άποψή μας, με τη λειτουργία του αφηγήματος ως ντοκουμέντου ή ως μαρτυρίας, αντίστοιχο του οποίου θα ήταν ένα ντοκιμαντέρ, όπου ο δημοσιογράφος θα συνέθετε τις επιμέρους αφηγήσεις των ερωτώμενων προσώπων, χωρίς ο δικός του λόγος να επισκιάζει τα λεγόμενά τους. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ του ντοκιμαντέρ και του νέου βιβλίου του Χαριτωνίδη έγκειται στο γεγονός ότι οι αφηγήσεις του Άκη, του Πρόδρομου και του Κωστή δεν παρατίθενται αδιαμεσολάβητες, όπως θα συνέβαινε σε ένα ντοκιμαντέρ για το ίδιο θέμα, αλλά επεξεργασμένες από τον συγγραφέα ο οποίος τις συνθέτει εντάσσοντάς τις στο συνολικό πλαίσιο της αφήγησης που, χωρίς να είναι προϊόν μυθοπλασίας, δεν παύει να διαθέτει επαρκή στοιχεία λογοτεχνικότητας.[7] Οι εναλλασσόμενες αυτές αφηγήσεις συγκλίνουν προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή στην ανάδειξη του Άκη Κατελάρη ως μιας ηρωικής μορφής της Λαπήθου, κατά τον τρόπο του Χαριτωνίδη, που και στα προηγούμενα βιβλία του δεν φαίνεται να συμπαθεί τη μυθοποίηση και την εξιδανίκευση, αλλά αντίθετα τείνει προς την απομυθοποίηση, καθώς και στη χαμηλόφωνη και ρεαλιστική περιγραφή ακόμη και των μορφών που θαυμάζει.
Η πρωταγωνιστική μορφή του Άκη Κατελάρη, που λειτουργεί ως ο συνεκτικός ιστός των 40 κεφαλαίων του βιβλίου, παρουσιάζεται πειστικά και με αναπαραστατική δεινότητα από τον Χαριτωνίδη. Ο Άκης είναι ο «πολυμήχανος» αρχηγός της παιδικής παρέας (σ. 14), καθώς βρίσκει πάντοτε τρόπους να ελίσσεται και να αντιμετωπίζει τις συνέπειες για τις παράτολμες ενέργειες του ίδιου και των φίλων του. Δεν αγαπά τα γράμματα, αλλά διακρίνεται για το θάρρος, την τόλμη, την εντιμότητα και την αποφασιστικότητά του. Από την άλλη, μαζί με τους φίλους του συναναστρέφεται και με τους συνομήλικούς τους Τουρκοκύπριους του χωριού, παρά το κλίμα των συνεχών απειλών για τουρκική εισβολή, μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963. Το κλίμα προκατάληψης μεταξύ των δύο κοινοτήτων σχολιάζεται ως εξής:
Υπήρχε προκατάληψη μεταξύ μας, γιατί μας δίδαξαν στα σχολεία
πως οι Τούρκοι ήταν προαιώνιοι εχθροί. Το ίδιο αντίστοιχα έλεγαν και αυτοί για εμάς. Όμως, ο χαρακτήρας των Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων της επαρχίας μας ήταν ήπιος, ανεκτικός, με σεβασμό στον άλλο άνθρωπο, ώστε καθιστούσε απονευρωμένη και άκακη αυτή την προκατάληψη. (σ. 64)

Η ηρωική στάση του Άκη κατά την Τουρκική εισβολή, που είναι και ο θεματικός άξονας του πεζογραφήματος, εξιστορείται στο εκτεταμένο 30ό κεφάλαιο, αφού στο 29ο αποδίδεται το κλίμα φόβου και αγωνίας για επικείμενη απόβαση, που διακατείχε τους κατοίκους της Λαπήθου από το 1964:
Ως παιδιά μεγαλώναμε σε κλίμα διαρκούς στρατιωτικής απειλής για εισβολή της Τουρκίας. Τα τζάμια των παραθύρων του σχολείου μας είχαν αυτοκόλλητες χιαστί ταινίες, στην αυλή ανοίχτηκαν βαθιά στεγασμένα προχώματα. […] Από το βορινό παράθυρο του σπιτιού μας είδα στο βάθος της θάλασσας τον αποβατικό στόλο της Τουρκίας […]. Μας έσωσε τότε ο Ψυχρός Πόλεμος […]. (σ. 72) 

Η εξιστόρηση της δράσης του Άκη κατά την Τουρκική εισβολή στο 30ό κεφάλαιο, γίνεται από τον ίδιο, ως πρωτοπρόσωπο αφηγητή, με ελάχιστες παρεμβάσεις του συγγραφέα-αφηγητή για διευκρινιστικές ερωτήσεις. Από την αντίσταση που προέβαλε, μόνος μαζί με το διμελές πλήρωμα ενός τεθωρακισμένου, κατά την απόβαση, μεταφερόμαστε μετά στο κάστρο της Κερύνειας, όπου και πάλι επιδεικνύει θάρρος και αποφασιστικότητα. Σε ερώτηση του αφηγητή αν δεν φοβόταν, απαντά: «–Όχι, δεν φοβόμουν, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Ίσως ήταν και η εκπαίδευσή μας στα ΟΥΚ, μας είχαν μάθει να μη φοβόμαστε τίποτε, παράλληλα όμως να μετράμε τα πράγματα και με τη λογική. Το παχύ πέτρινο τοίχωμα του κάστρου μάς προστάτευε. Νόμιζα πως ήμουν παιδί και παίζαμε πόλεμο […]» (σ.86). Ο ίδιος, παρά την αγωνιστική του στάση –και παρά το προδικασμένο αποτέλεσμα του πολέμου, εξαιτίας της προδοσίας– αργότερα συνειδητοποιεί «πόσο ανόητος είναι ο πόλεμος, πως χάνονται έτσι ζωές ανθρώπων, δεν έχει σημασία αν είναι Τούρκων ή Ελλήνων […]» (σ. 89).
Η εμβληματική αυτή αφήγηση του πρωταγωνιστή πλαισιώνεται, αφενός, από άλλες αφηγήσεις του ιδίου για τον αγώνα επιβίωσής του μετά το 1974, για τη μετανάστευσή του στο Ιράκ όπου εργάστηκε για αρκετά χρόνια, καθώς και για τη ζωή του μετά από την επιστροφή του στην Κύπρο και, αφετέρου, από τις αφηγήσεις του συγγραφέα-αφηγητή, του Πρόδρομου και του Κώστα, που συμπληρώνουν και προεκτείνουν τις αφηγήσεις του πρώτου.
Τέλος, υπογραμμίζεται ότι το απαράμιλλο ύφος του βιβλίου δεν είναι απότοκο μόνο της προσωπικότητας του συγγραφέα ή και της γνήσιας αίσθησης του χιούμορ που διαθέτει. Το εναργές ύφος του βιβλίου απορρέει επίσης από τις γλωσσικές επιλογές και στρατηγικές του Χαριτωνίδη, κυριότερη από τις οποίες είναι η λελογισμένη και συγκρατημένη χρήση της κυπριακής διαλέκτου στους διαλόγους και γενικότερα στην απόδοση του ευθέος λόγου των προσώπων, ακόμη και αν μονολογούν, όπως στο ακόλουθο παράδειγμα:
Εκεί είδα γνωστούς μου εφέδρους. Τους αδελφούς Βούρκου από τον Άγιο Γεώργιο και τον συγχωριανό μας, τον Λόντο. «Πάρε τον τζ̆αι τούτον», εννοούσε τον Σοφοκλή, «τζ̆αι όσους άλλους, τζ̆’ ελάτε μιτά μου, ρε Κατελάρη, να πάμεν Άι Ιλαρίωνα», μου είπε ο Λόντος. «Όι, του απάντησα, «μείνε εσού μιτά μας». Έφυγε μόνος του. Ίσως να μη σκοτωνόταν αν έμενε μαζί μου». (83)

Με το αφήγημα Με το μέλι και το σφηλικούντρι τους προστίθεται ακόμη μία αξιόλογη ψηφίδα στην πεζογραφία μας γύρω από το θέμα του δράματος του 1974, χωρίς μεγαλεπήβολες προθέσεις συνθετικής απόδοσης της τραγωδίας, αλλά με δειγματική λιτότητα ύφους και κυρίως με σεμνότητα, μέσω της οποίας η μορφή του βιογραφούμενου ήρωα Άκη Κατελάρη συγκαταλέγεται πια στις λογοτεχνικά μετουσιωμένες μορφές των σύγχρονων ανώνυμων ή ελάχιστα γνωστών ηρώων της κυπριακής τραγωδίας.

Λεωνίδας Γαλάζης
Κυπριακή Εστία 2 (Ιούλιος-Δεκέμβριος 2019) 132-136.



[1] «Έργα της Μαρίας Χατζηττοφή στην γκαλερί Opus 39», Πολίτης, 26 Μαρτ. 2019:  http://parathyro.politis.com.cy/2019/03/erga-tis-marias-chatzittofi-stin-gkaleri-opus-39/, πρόσβαση: 3 Μαΐου 2019.
[2] Βλ. Χαράλαμπος Π. Συμεωνίδης, Ετυμολογικό λεξικό της κυπριακής διαλέκτου. Πρώτο Μέρος. Τα δυσπρόσιτα της κυπριακής διαλέκτου, Λευκωσία – Θεσσαλονίκη, Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2017, σ. 226.
[3] Βλ. Κωνσταντίνος Γ. Γιαγκουλλής, Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου, Λευκωσία, 22005, σ. 514. Σημειώνεται ότι στο λεξικό αυτό η λ. καταγράφεται με δύο η: σφηληκούντριν.
[4] Με τους αριθμούς εντός παρενθέσεων παραπέμπουμε στις σελίδες του εν λόγω βιβλίου, τα πλήρη στοιχεία του οποίου παρατίθενται στον τίτλο αυτού του κειμένου.
[5] Παντελής Μηχανικός, «Ονήσιλος», Ποιήματα, Λευκωσία, εκδ. Χρυσοπολίτισσα, σ. 90.
[6] Εφεξής: συγγραφέα-αφηγητή.
[7] Για το θέμα της σχέσης μεταξύ λογοτεχνίας και της μαρτυρίας/ντουκουμέντου, βλ. το ενδιαφέρον βιβλίο Literature as Document: Generic Boundaries in 1930s Western Literature (ed. Carmen Van den Bergh, Sarah Bonciarelli, Anne Reverseau), Leiden – Boston, Brill / Rodopi, 2019, σσ. 1-14.

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ, "ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 1932 Μ.Χ."






                                                       
                                                     ΛΕΥΚΩΣΙΑ, 1932 Μ.Χ.

                                                               Ο Τεύκρος Ανθίας στις Κεντρικές Φυλακές 


Η Λευκωσία κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη)
όμως εσύ δε λες να κλείσεις μάτι στο κελί σου.
Προπάντων δεν μπορείς ν’ αντέξεις
την απαγόρευση χαρτιού και μολυβιού,
(εξόχως επικίνδυνων οργάνων).

Αν είχες ένα μολύβι
θα το βύθιζες στο αίμα της καρδιάς σου
(κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο).
Αν είχες ένα λευκό φύλλο χαρτιού
θα ’γραφες ύμνους στην ανταρσία των άστρων
θα κατασκεύαζες μια βάρκα ν’ αρμενίσουν οι στίχοι σου
στο σύμπαν σπίτι της οργής.
Κι αυτό θα ήταν άκρως επικίνδυνο
για την περίκλειστή σου Λευκωσία
που κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη).
Γιατί να την ξεσηκώνεις νύχτα
γιατί πάλι ν’ ανάβουν φωτιές
γιατί να πέφτουν πέτρες βροχή
στα τείχη που λησμόνησαν
τις εξάρσεις των παλμογράφων
στους δρόμους που άδειασαν
σαν αρτηρίες νεκρών διαδηλωτών;

Κυπριακή Εστία 2 (Ιούλιος - Δεκέμβριος 2019) 11