Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ-"ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΣΚΛΗΡΑ ΜΕΤΑΛΛΑ"

Ποίηση από σκληρά μέταλλα

Λεωνίδας Γαλάζης, «Λοκριγκάνα», Εκδ. Γαβριηλίδης, 2010, σελ. 60
Με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο

Η αναζήτηση -ή ακόμη χειρότερα ο ορισμός- του «καλού» ποιήματος εντάσσεται μάλλον στην παθογένεια της ποιητικής τέχνης.
Υπό την έννοια, πως σε μια εποχή όπου το μορφωτικό επίπεδο των λογοτεχνών έχει ανέβει σημαντικά σε σύγκριση με περασμένες δεκαετίες, όπου οι πλείστοι ποιητές διαθέτουν τα στοιχειώδη σύνεργα προκειμένου να συγγράψουν ένα στιχούργημα που να ανταποκρίνεται στα πρότυπα του «αξιοπρεπούς» ποιήματος, μάλλον είναι ανάγκη να ορίσουμε το «κακό» ποίημα και να αναδείξουμε το «διαφορετικό» ποίημα. Όμως, η παθογένεια δεν περιορίζεται στο καλλιτεχνικό προϊόν· δεν αφορά μόνο τον φθαρμένο ποιητικό λόγο, μα και τον φθαρμένο δημόσιο λόγο των ποιητών δρώντας στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ας μην επεκταθώ στην υπόσταση του ποιητή-προφήτη, του ποιητή-μύστη κ.λπ. Οι παραπάνω ιδιότητες δεν έχουν ούτως ή άλλως την κάποτε λειτουργικότητά τους, η οποία ουσιαστικά επρόκειτο για μία ενσαρκωμένη έννοια που συμφωνήθηκε στο φαντασιακό της κοινότητας. Ας περιοριστώ στη διαπίστωση πως πλέον συνιστά παγκόσμιο φαινόμενο η αναγωγή της ποίησης σε ακαδημαϊκή ενασχόληση και του ποιητή σε ένα μέλος της κοινωνίας που συμμετέχει στην «ανταλλαγή» προσβλέποντας σε ευτελή κι εφήμερα κέρδη κι ενός συστήματος που κατ’ εξοχήν συντρίβει τον ακτιβισμό της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Σε πρώτο επίπεδο τα 37 ποιήματα της συλλογής (ή μήπως σύνθεσης;) του Λ. Γαλάζη επιχειρούν την άσκηση μιας σκληρής κριτικής στο λογοτεχνικό «συνάφι». Πικρός και όχι πικραμένος, ο Γαλάζης παρατηρεί, στηλιτεύει, καταυγάζει την κοινωνική αναπηρία των ποιητών να μιλήσουν με τον άνθρωπο και όχι για τον άνθρωπο. Όμως, η γραφή του δεν εξαντλείται σε μια ομφαλοσκόπηση των ποιητικών ή αντι-ποιητικών δρώμενων. Επεκτείνεται σε κάθε είδους πολιτική, πολιτισμική, ηθική και αισθητική έκφανση της κοινωνίας, και κυρίως στα φαινόμενα παθογένειας που δείχνει αυτή. Και συνήθως, χωρίς να φαίνεται διαλλακτικός απέναντι στο ανθρώπινο πάθος και την αδυναμία. Τουναντίον, ο Γαλάζης, ως άλλος σιδηρουργός (δημιουργός), έχοντας σκάψει την επιφάνεια της νεοκυπριακής πραγματικότητας, ανακαλύπτει, συγκεντρώνει και κραυγάζει τα πιο σκληρά μέταλλα της ποιητικής διανοίας του.
Άλλοτε σε πεζόμορφα ποιήματα, άλλοτε κινούμενος στη μεθόριο του ελεύθερου στίχου, άλλοτε χρησιμοποιώντας παραφθορές των παραδοσιακών μορφών ποιητικής (βλ. σονέτα), ο Γαλάζης σχολιάζει από τη νεόπλουτη αντίληψη των συμπολιτών του και το τέλμα στο οποίο έχει περιέλθει το κυπριακό πρόβλημα μέχρι τις ρατσιστικές συμπεριφορές, την ιδεολογική πενία και την πνευματική φθορά που ενδέχεται να συμπαρασύρουν ακόμη και τα τελευταία υγιή κομμάτια της κοινωνίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο πυρήνας στην ποίηση του Γαλάζη είναι η σχέση του πολίτη (και του ποιητή) με κάθε μορφή εξουσίας, και την επακόλουθη «πάλη» μεταξύ των δύο πλευρών, που διεξάγεται καθημερινά, ακόμη και σε ασήμαντα -φαινομενικά- περιστατικά του βίου.
Έτσι, ο Γαλάζης φέρνει την ποίηση και πάλι στη δική της καθαρότητα - στην καθαρότητα που σημαίνει πως η ποίηση αποτελεί ένα είδος πολιτικού ακτιβισμού και όχι μια απλή πνευματική δραστηριότητα. Εγείρει εκ νέου το ζήτημα κατά πόσο οφείλει η στάση του δημιουργού απέναντι στη ζωή να εκφράζεται και μέσω της τέχνης του. Ανασύρει τον εν πολλοίς ξεχασμένο ρόλο του ποιητή να ασκήσει κριτική έναντι της εξουσίας και να αναπτύξει τον ριζοσπαστικό του λόγο μέσα στην υποκριτική και διεφθαρμένη στάση της κοινωνίας· κατ’ ουσίαν, να κοινωνήσει την τέχνη του ως να ’ταν μέρισμα μιας ατομικής συνειδησιακής εξέγερσης, και όχι γενεσιουργός ή συνένοχη αιτία μιας συλλογικής σήψης· μιας εξέγερσης, η οποία οικοδομείται στην ανυπακοή του βίου που προσάπτει στο άτομο ο φθαρμένος κυρίαρχος λόγος. Συμπερασματικά, η «Λοκριγκάνα» του Λ. Γαλάζη έρχεται να μας υπενθυμίσει πως η ποιητική (και εν γένει καλλιτεχνική) πράξη -οργισμένη ή μη στην εκφορά της- όσο κι αν το πολιτικό, πολιτιστικό ή κοινωνικό κατεστημένο πασχίζει να πείσει για το αντίθετο, αποτελεί το κατ’ εξοχήν όπλο ενάντια σε κάθε εξουσία.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, "Ο Φιλελεύθερος", 5 Ιουνίου 2011

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2011

ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Κ. ΜΟΝΤΗ

ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Κ. ΜΟΝΤΗ
Αν και τα ενδυματολογικά θεματικά στοιχεία δεν εντοπίζονται στην ποίηση του Μόντη με πολύ μεγάλη συχνότητα, ωστόσο προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς, από τη μια, πολλά από αυτά ανάγονται σε δύο δεσπόζουσες ισοτοπίες /έρωτας/-/θάνατος/ και, από την άλλη, κατηγοριοποιούνται σε διάφορα επιμέρους σημασιακά πεδία, όπως είναι λόγου χάρη η παιδική αγνότητα και αθωότητα, ο ηρωισμός, ο εφηβικός ιδεαλισμός και η θυσία, η ιδεολογική σύγχυση σε μιαν αντιηρωική εποχή, η προδοσία, η εξαπάτηση, ο αποπροσανατολισμός και η προπαγάνδα, η κάλυψη και η αποκάλυψη, το φαίνεσθαι και το είναι. Βέβαια, ενδυματολογικά μοτίβα εντοπίζονται και στο υπόλοιπο έργο του Μόντη (περισσότερο στα πεζά και πολύ λιγότερο στα θεατρικά του κείμενα)· γι’ αυτό, η συνανάγνωση ποιητικών και πεζών κειμένων που περιέχουν το ίδιο ενδυματολογικό θεματικό στοιχείο κρίνεται επιβεβλημένη, μολονότι η καταγραφή αυτών των στοιχείων ήταν (στο μέτρο του δυνατού) συστηματική μόνο για τα ποιητικά κείμενα, ενώ για τα πεζά περιοριστήκαμε στην ενδεικτική χρήση παραδειγμάτων, χωρίς να προηγηθεί εξαντλητικός εντοπισμός του συνόλου των στοιχείων.
1. Οι ισοτοπίες /έρωτας/ - /θάνατος/
Στην ποίηση του Μόντη το μαύρο φόρεμα δεν σημασιοδοτείται πάντα κατά τον ίδιο στερεότυπο τρόπο. Εκτός από την κοινόχρηστη σημασιοδότηση του μαύρου φορέματος ως συμβόλου του πένθους και του θανάτου,1 σε αρκετά ποιήματα εντοπίζεται η λειτουργία του ως συμβόλου είτε της γυναικείας αυταρέσκειας και φιλαρέσκειας είτε της ερωτικής πρόκλησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις της συμβατικής χρήσης του μαύρου φορέματος, αυτό παραπέμπει σε πένθος για θανάτους που επήλθαν βίαια (είτε σε πολεμικές συγκρούσεις είτε σε δυστυχήματα κλπ.). Για παράδειγμα, στο Τρίτο γράμμα στη μητέρα (1980) με τα μαύρα φορέματα αποτυπώνεται το συλλογικό πένθος του κυπριακού ελληνισμού για την τραγωδία του 1974:
Μητέρα, οι δρόμοι μας γέμισαν
αγέλαστους αξύριστους πατέρες με μαύρα πουκάμισα
γέμισαν μαυροφορεμένα κορίτσια.2

Εξάλλου, στο ποίημα «Μεταμορφώσεις» (Συμπλήρωμα Β΄) το μαύρο πουκάμισο παραπέμπει στο πένθος του πατέρα για τον χαμό του γιου του από βίαιο θάνατο, το οποίο σταδιακά τον οδηγεί στον παραλογισμό, καθότι «τον άλλο χρόνο δεν φορούσε μαύρο πουκάμισο / ούτε ήταν βουβός και συννεφιασμένος, περνούσε χορευτός και σιγοτραγουδούσε».3 Η σύζευξη πένθους και τρέλας εντοπίζεται και στο πεζογραφικό έργο του Μόντη. Ας σημειωθεί το παράδειγμα της τριαντάχρονης Μαριέττας (από τη νουβέλα Ο Σαγρίδης, 1985), που δεν μπόρεσε να υπερβεί τον πόνο της για τον χαμό του παιδιού της:
Η Μαριέττα, πάλι, ήταν μια μαυροφορεμένη γυναίκα ως τριάντα χρονών που της είχε πεθάνει το μοναχοπαίδι της και πια έβγανε κάθε απόγευμα περίπατο τ’ άδειο αμαξάκι και το πρόσεχε από ’δω, το πρόσεχε από ’κει σαν να φοβόταν μην της το πάρουν. Κοίταζε τρομαγμένα γύρω έτοιμη ν’ αντιμετωπίσει κάποιο αόρατο κίνδυνο. Σεβόντουσαν όλοι το δράμα της κι αλλοίμονό του αν κάποιος νεοφερμένος πετούσε κάνα πείραγμα. Ακόμα και τα παιδιά παραμέριζαν να περάσει καθώς τους έριχνε βλέμματα υποψίας και προειδοποίησης.4

Η σύζευξη πένθους-τρέλας επανέρχεται στο διήγημα «Η τρελή του πάρκου», στο οποίο ο αφηγητής εστιάζει την προσοχή του σε μια σαρανταπεντάχρονη μαυροφορεμένη γυναίκα που συνάντησε σε ένα πάρκο στη Σόφια και την έβλεπε «να πλησιάζει ένα-ένα τα παγκάκια και να λέει κάτι». Αργότερα από ένα γέρο μαθαίνει την τραγική της ιστορία:
Μου ξήγησε πως πριν μερικά χρόνια σκοτώθηκε το παιδάκι της καθώς, φεύγοντας απ’ το πάρκο, προσπάθησε να διασχίσει τη λεωφόρο. Από τότε την ίδια ώρα πάντα θα ’ρθει στο πάρκο και θα πάρει σειρά τα παγκάκια να ρωτά:
-Σ’ αυτό το παγκάκι καθόταν ο Βόρις μου πριν τρέξει;
-Όχι. Ρώτα στο παρακάτω.
[…] Προσπαθούσα να βρω τι σημασία έχει να μάθει η μαυροφορεμένη γυναίκα σε ποιο παγκάκι καθόταν το παιδάκι της. Γιατί πρέπει να είχε σημασία, πρέπει ίσως να είχε μεγάλη σημασία τόσο γι’ αυτή όσο και για μας.5

Στην ισοτοπία /θάνατος/ υπάγεται και το θεματικό στοιχείο του άσπρου φορέματος και της λευκής κορδέλας, που παραπέμπουν σε απροσδόκητους θανάτους παιδιών και παράλληλα στην παιδική αθωότητα και αγνότητα. Στο ποίημα «Στην ψυχούλα της Χλόης Αντώνη Χριστοδουλί- δη» (Συμπλήρωμα Β΄) ο ομιλητής-αφηγητής ανακαλεί στη μνήμη του, ύστερα από σαράντα χρόνια, ένα κορίτσι που πέθανε στην εξοχή «κι έβαναν το φερετράκι του / απάνω-απάνω στο λεωφορείο του χωριού/ να το παν στη Λευκωσία». Στο ποίημα αυτό δεσπόζει η υπέρβαση του πένθους (που λείπει από τα πιο πάνω πεζά κείμενα), καθώς η άσπρη κορδέλα λειτουργεί ως αμφίσημο σύμβολο του πρόωρου θανάτου αλλά και της χαράς. Ξαναβλέποντας νοερά την άσπρη κορδέλα «που κατάφερε να ξεμυτίσει απ’ το φέρετρο» ο αφηγητής αναλογίζεται πως «ο άνεμος κι οι άσπρες κορδέλες / έχουν πάντα τη δική τους χαρά και την ανεμίζουν / […] και δεν υποπτεύονται και δεν ερευνούν / και δεν εμβαθύνουν».6
Σε άλλα ποιήματα του Μόντη το άσπρο φόρεμα συνδηλώνει πότε τον εφηβικό έρωτα και πότε τις χαρές του γάμου, ενώ πολύ συχνότερα εντοπίζουμε, αφενός, το κόκκινο φόρεμα ως σύμβολο του έρωτα με ποικίλες σημασιοδοτήσεις και αφετέρου, το μαύρο ως αμφίσημο σύμβολο του πένθους και της ερωτικής πρόκλησης.
Στο ποίημα «Το κοριτσάκι με τ’ άσπρα» (Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι) το λευκό φόρεμα παραπέμπει στα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα και συνδέεται με τη βασανιστική προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να θυμηθεί το όνομα και τη μορφή του αγαπημένου κοριτσιού:
Τι να ’γινε εκείνο το κοριτσάκι με τ’ άσπρα
που τ’ αγαπήσαμε δυο βδομάδες σ’ αυτή την ακρογιαλιά; [….]
Τριάντα χρόνια μάς έσβησαν τ’ όνομά της
τριάντα χρόνια μάς έσβησαν τη μορφή της.
Τι να ’γινε;7

Τη λειτουργία της μνήμης σε συνάρτηση με το μοτίβο του λευκού φορέματος εντοπίζουμε στο ποίημα «Εικόνες» (Στιγμές, 1958), όπου οι φωτογραφίες των νεονύμφων «με τις λευκές εσθήτες κι ανθοδέσμες» αντιπαραβάλλονται προς τις εικόνες «στους τάφους των νεκροταφείων» , καθώς όλες εκτίθενται στις προθήκες των φωτογραφείων· οι πρώτες για διαφήμιση και οι δεύτερες «με λάμψη χαράς στα πρόσωπα και λευκές εσθήτες» «μονάχα για να θυμάσαι, μονάχα να συγκρίνεις και να σκέφτεσαι».8
Με μεγαλύτερη συχνότητα από οποιοδήποτε άλλο ενδυματολογικό στοιχείο εντοπίζεται στην ποίηση του Μόντη το κόκκινο γυναικείο φόρεμα που εντάσσεται στην ερωτική ισοτοπία με ποικίλες συνδηλώσεις, όπως είναι κυρίως ο εφηβικός ερωτισμός, η ερωτική μνήμη και σπανιότερα ο αισθησιακός ερωτισμός. Συχνότατα οι αγαπημένες εφηβικές μορφές ανακαλού- νται στη μνήμη του ποιητικού υποκειμένου πολύ αργότερα (Συμπλήρωμα των Στιγμών, 1960, ιη΄):

Πάμε στο παλιό προάστιο να τ’ ανασκάψουμε
να βρούμε κάτω απ’ τους άγνωστους δρόμους […]
το σπίτι μας και τις μαθητικές στολές
και το κοριτσάκι με το καλοκαιριάτικο κόκκινο φόρεμα,
όλα έτσι ζωντανά και ζεστά σαν πριν.9

Άλλοτε η γυναικεία μορφή παρουσιάζεται να χαρακτηρίζει ως αναξιόπιστη τη μνήμη του ποιητικού υποκειμένου (Και τότ’ εν ειναλίῃ Κύπρω):10
Είπε δε[ν] φορούσε κόκκινο φόρεμα,
είπε περίεργο να τη θυμάμαι με κόκκινο φόρεμα
είπε περίεργο να την τραγουδώ με κόκκινο φόρεμα,
είπε περίεργη μνήμη,
είπε περίεργη επιμονή μνήμης.

Ας σημειωθεί εδώ ότι αργότερα ο ποιητής, κατά την προσφιλή του τακτική, επανέρχεται στο ίδιο θέμα, δίνοντας σε ευθύ λόγο την απάντηση του ποιητικού υποκειμένου στην πιο πάνω διατυπωμένη σε ελεύθερο πλάγιο λόγο κατηγορηματική άρνηση της γυναικείας μορφής ότι φορούσε κόκκινο φόρεμα (Ως εν κατακλείδι, 1984):
Δε[ν] φορούσες κόκκινο φόρεμα;
Μα τότε ποια το φορούσε για λογαριασμό σου,
μα τότε ποια το περιφέρει στη μνήμη μου εκ μέρους σου;11

Το μαύρο φόρεμα ως σήμα ερωτισμού εντοπίζεται σε δύο ποιήματα του Μόντη. Στο ποίημα «Η μαυροφορημένη»12 (Στη γλώσσα που πρωτομίλησα, 1980) υποσκάπτεται η συμβατική σημασιοδότηση του μαύρου φορέματος ως συμβόλου του πένθους, καθώς το ποιητικό υποκείμενο, από τη μια, εξυμνεί ελλειπτικά αλλά δραστικά την ομορφιά της γυναίκας και, από την άλλη, υποδεικνύει τη σχετικότητα της αντίθεσης άσπρο-μαύρο, που παραπέμπει στην υπέρβαση του πένθους και στην κατάφαση της ζωής:

Η ΜΑΥΡΟΦΟΡΗΜΕΝΗ
Μπόρουν τα μμάθκια, κόρη μου, να κλάψουσιν
που ’πάνω ’π’ έτσι σιείλη;
Έκαμες τζιαι τα μαύρα τζιαι φεντζιάζουσιν,
ασπρίζουν, εγινήκασιν ρεζίλιν.
Έμοιασες άσιλα εσούνι με τ’ ανόρπιστον
το πρώτον σιελιόνιν.
Φορεί τα μαύρ’ αμμά τα μαύρα του
εν παραπάνω που το σιόνιν.

Στο ποίημα «“Πένθος”»13 αντικείμενο της μοντικής ειρωνείας, που είναι εμφανής και στον τίτλο, αφού αυτός είναι εντός εισαγωγικών, είναι η γυναίκα που εκμεταλλευόμενη τον θάνατο ενός χωριανού της ντύνεται στα μαύρα με φιλάρεσκο τρόπο και όχι επειδή πράγματι πενθεί.
Όταν τα ενδυματολογικά θεματικά στοιχεία στην ποίηση του Μόντη δεν συναρτώνται με χρωματικά σήματα, συνδέονται με πιο τολμηρές και αισθησιακές συνδηλώσεις, καθώς το ποιητικό υποκείμενο εστιάζει την προσοχή του στο ίδιο το φόρεμα ως μέσο κάλυψης ή αποκάλυψης του ποθητού γυναικείου σώματος. Λόγου χάρη, στην έντιτλη ιδιωματική στιγμή «Το φουστάνιν της» (Στη γλώσσα που πρωτομίλησα, 1980)14 μέσω του ενδυματολογικού κώδικα προβάλλεται ειρωνικά (μέσω της επανάληψης) η γυναικεία φιλαρέσκεια και συνυποδηλώνεται η λανθάνουσα παρουσία ενός ή περισσότερων δεκτών της συγκρατημένης ερωτικής πρόκλησης:
ΤΟ ΦΟΥΣΤΑΝΙΝ ΤΗΣ
Εψευτοψήλωσέν το να ψευτοκνιστεί η ψεύτισσα
τζι εψευτοξίχασέν το η ψευτοξιχασούρα.

Πέρα από τη θέαση του θελκτικού γυναικείου σώματος, όπως εντοπίζεται πιο πάνω, αλλού τα ενδυματολογικά στοιχεία παραπέμπουν στην ερωτική φαντασίωση και ειδικότερα στην απογύμνωση του επιθυμητού γυναικείου σώματος. Προφανώς, στην πιο κάτω τετράστιχη ιδιωματική στιγμή (Και τότ’ εν ειναλίῃ Κύπρω, 1974)15 το ποιητικό υποκείμενο δεν εστιάζει την προσοχή του στη δαντέλα αλλά στην ομορφιά του γυναικείου σώματος, το οποίο (κατά παιγνιώδη τρόπο και με σεξουαλικές συνδηλώσεις)16 την ίδια στιγμή αποκαλύπτεται και καλύπτεται:
Όταν πρωτοφόρεσες τη δαντέλα
κι εκείνη ξαφνιάστηκε απ’ την αφή,
κι εκείνη ανατρίχιασε απ’ την αφή,
και διεστάλησαν οι τρυπίτσες της
και συνεστάλησαν οι τρυπίτσες της μη δει άλλος…

2. Άλλα σημασιακά πεδία
2.1. Ο ηρωισμός και ο εφηβικός ιδεαλισμός
Αρκετά ενδυματολογικά θεματικά στοιχεία που δεν ανάγονται άμεσα στις δύο δεσπόζουσες ισοτοπίες του έρωτα και του θανάτου, μολονότι συχνά συναρτώνται με αυτές, εντάσσονται σε επιμέρους σημασιακά πεδία. Η χρωματιστή γραβάτα και το σκουφί παραπέμπουν στα νεανικά όνειρα, στον εφηβικό ιδεαλισμό και στις ηρωικές πράξεις. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Μιχαλάκης Καραολής»17 (Συμπλήρωμα των Στιγμών, 1960) η γραβάτα συνδηλώνει τον νεανικό ενθουσιασμό και τη βαθύτατη πίστη στο δίκαιο του αγώνα των Κυπρίων για απελευθέρωση:

ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ
Μην πάρετε οποιαδήποτε φωτογραφία του.
Υπάρχει μια όταν ήταν δεκαέξι χρονών, […]
μια φωτογραφία με την πρώτη του χρωματιστή γραβάτα […]
Αυτή ταιριάζει. Έτσι ήταν ξανά όταν πέθαινε,
αυτό το ίδιο τραγούδι τραγουδούσε,
χωρίς ίχνος ενδιάμεσης αλλαγής
ούτε καν απ’ την αγχόνη.

Από την άλλη, το σκουφί παραπέμπει στην αγωνιστικότητα, στην ανάταση και στην αντίσταση, όπως φαίνεται στην πιο κάτω στιγμή από τα Κύπρια Ειδώλια (1980):18
Στης ανηφόρας σας τα σκόρσα
βάλτε τα σκουφιά και τα όνειρά σας όρσα

Ας σημειωθεί ότι το ίδιο ενδυματολογικό στοιχείο λειτουργεί με όμοια σημασιοδότηση στη νουβέλα του Μόντη Κλειστές Πόρτες (1964):19
Οι εφημερίδες ήταν γεμάτες απ’ τις περιγραφές της μάχης. Δημοσίευαν μεγάλες φωτογραφίες του Νίκου (παλιές, τρυφερές φωτογραφίες με το σκουφί του Γυμνασίου, με το βλέμμα του Γυμνασίου, με το χαμόγελο του Γυμνασίου) και διηγόντουσαν πώς ο νεαρός τομεάρχης στάθηκε μονάχος να καλύψει τους άνδρες του για να μπορέσουν να διαφύγουν.

Στην ίδια νουβέλα προβάλλεται η αγωνιστική δράση όχι μόνο των εφήβων και των νέων αλλά και μικρότερων μαθητών και μαθητριών, καθώς ο αφηγητής αναφέρεται στη διαταγή των Άγγλων να πυροβολούνται όσοι συλλαμβάνονται να διανέμουν φυλλάδια της ΕΟΚΑ:20

[…] Ήταν μικρά κοριτσάκια του σχολείου με το γυριστό καστορένιο καπελάκι (ποτές μην αλλάξει αυτό το καπελάκι) […] ήταν μικροί μαθητές με το στραβό σκουφί […].

Επιπλέον, στο ποίημα «Τουρκική εισβολή-ο αγνοούμενος»21 το σκουφί, ως σήμα της λεβεντιάς, και η χρωματιστή γραβάτα, ως σύμβολο της νεότητας και της χαράς της ζωής, συνδυάζονται και αντιπαρατίθενται προς την παρατεταμένη για χρόνια αβεβαιότητα της μητέρας του εικονιζόμενου αγνοούμενου και στην επώδυνη μνήμη:

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ-Ο ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ
Αυτή τη γελαστή φωτογραφία
με το στραβό σκουφί
και τη χρωματιστή γραβάτα
που ’χει καρφιτσωμένη στο στήθος της η μάνα του
δε θα την έβγανε εκείνος, βέβαια,
αν ήξερε πως μια μέρα
το γέλιο του και το στραβό σκουφί
κι η χρωματιστή γραβάτα
θα κάρφωναν πιο βαθιά το μαχαίρι στην καρδιά της.

2.2. Ανάμεσα στην αισιοδοξία και την απαισιοδοξία
Η χρωματιστή γραβάτα και η φούστα της αυγής, οι σημαίες που ξεπλύθηκαν και φόρεσαν τα γιορτινά τους παραπέμπουν στην αισιόδοξη ενατένιση της ζωής. Ειδικότερα με την ψευδοπροσωποποιία22 της αυγής αποδίδεται μια ειδυλλιακή εικόνα της Κερύνειας (Ποίηση του Κώστα Μόντη, 1962):23

[…] να δούμε την Κερύνεια μεσ’ στο πρωινό πετροβόλημα του ήλιου,
κάτω απ’ τη γαλανή φούστα της αυγής
μεσ’ το χρυσό δίσκο του απογεύματος.

Ωστόσο, πολύ συχνά η αισιοδοξία στην ποίηση του Μόντη συνυπάρχει με τον σκεπτικισμό και την τάση της διερεύνησης της αθέατης όψης των πραγμάτων. Και στην περίπτωση αυτή η λειτουργία της μνήμης είναι καταλυτική, καθότι χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει πέρα από τη γιορτινή ατμόσφαιρα, την οποία συνδηλώνουν οι σημαίες, στο βάθος με τις επώδυνες ιστορικές εμπειρίες (Αντίμαχα, 1983),24 για να καταλήξει στην εθνική αυτογνωσία:

ΣΗΜΑΙΕΣ
Μην τις ζηλεύετε σήμερα
που ξεπλύθηκαν και φόρεσαν τα γιορτινά τους
και συγκατανεύουν
κι επιδεικνύονται στις παρελάσεις.
Ανατρέξατε σ’ άλλες εμπειρίες τους.

Στη διάζευξη αισιοδοξία vs απαισιοδοξία παραπέμπουν οι ενδυματολογικές διαφοροποι- ήσεις που εντοπίζονται στο «Μέρα αργίας» (Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής, 1954),25 ένα ποίημα του ιδιωτικού χώρου, στο οποίο ο ομιλητής διαφοροποιείται από τους περαστικούς, καθώς κυκλοφορεί στους δρόμους σε εργάσιμη μέρα ντυμένος με την «ξεκουραστική» και «ξέγνοιαστη» κυριακάτικη φορεσιά του, ενώ εκείνοι φορούν «πολυάσχολα ρούχα της δουλειάς», που είναι «ολότελα καθημερινά και πρόχειρα» και «προπάντων σκεφτικά». Ωστόσο, η επιφανειακή αντίθεση στην οποία παραπέμπουν οι συνεκδοχικές προσωποποιήσεις «ξέγνοιαστη φορεσιά» και «σκεφτικά καθημερινά ρούχα» αίρεται από την καταληκτική ομολογία του ποιητικού υποκειμένου ότι μόνο φαινομενικά είναι ξέγνοιαστος, καθώς τον βαραίνει η δυσθυμία και η μελαγχολική διάθεση:

Καθόλου δεν μ’ αρέσει η ιδέα αυτή
Αν ήταν καν ιδέα δική μου.
Τουλάχιστο να ταίριαζε
Με κάποιαν εσωτερική μου διάθεση.
Μα ούτ’ αυτό – πρωτίστως ούτ’ αυτό.

Κατά ομόλογο τρόπο, το σακάκι στο ποίημα «Για τον αδερφό μου Νίκο-Λάρνακα 1922»26 σημαίνει το εγχείρημα για απόκρυψη των σημαδιών της ασθένειας και του σωματικού άλγους, που ανακαλεί στη μνήμη του ο ομιλητής-ποιητής ύστερα από πολλά χρόνια:

Κάποιες ώρες της μελαγχολίας μου
αναδύεται ο Νίκος μας,
το δεκαεξάχρονο παιδί
που έκλεινε ως απάνω το σακάκι
για να κρύψει τα κουβάρια της λευχαιμίας
που του γέμιζαν τον λαιμό.

Μια προγενέστερη μνεία της ίδιας επώδυνης οικογενειακής εμπειρίας εντοπίζουμε στο μυθιστόρημα του Μόντη Ο αφέντης Μπατίστας και τα άλλα (1980),27 όπου γράφει για τον πρόωρα χαμένο αδελφό του Νίκο:
στα δεκαπέντε του χρόνια και γέμισε ο λαιμός του κουβάρια και κούμπωνε τη στολή του σχολείου ως απάνω να μη φαίνονται μέχρι που δεν κρυβόντουσαν πια και ντρεπόταν να πάει σχολείο να τον ρωτάν οι συμμαθητές του και κλείστηκε στωικά στο σπίτι […]

2.3. Η ιδεολογική σύγχυση και η αντιηρωική εποχή
Στο ποίημα «Το αναποκάλυπτο άγαλμα» (Αγνώστω ανθρώπω, 1968)28 μεταφερόμαστε στον δημόσιο χώρο. Το οιονεί ένδυμα, δηλαδή το ρούχο με το οποίο είναι καλυμμένο το άγαλμα μέχρι τα επίσημα αποκαλυπτήρια, σε κανονικές συνθήκες συμβολίζει την απόδοση σεβασμού και θαυμασμού στον τιμώμενο ήρωα. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο ποίημα το άγαλμα παραμένει καλυμμένο για χρόνια, καθότι τα αποκαλυπτήριά του αναβάλλονται, και το ρούχο που το καλύπτει άρχισε να καταστρέφεται. Το άγαλμα παραπέμπει στην καταξίωση των ηρώων, στην απόδοση τιμής σε αυτούς, ενώ το ξεθωριασμένο ρούχο χρησιμοποιείται ως σήμα της γενικευμένης κρίσης αξιών που οδηγεί σε μιαν αντιηρωική στάση ζωής:
Ξεθώριασε το ρούχο γύρω μας,
ξεσκίστηκε κάπου κοντά στα χείλια […]
Ας μην υποψιαστούμε πως θα μείνει
ώσπου να διέλθει ένα προς ένα
εκείνα τα φοβερά στάδια των ξεσκισμένων λωρίδων
που παίρνει ο άνεμος [….]
ώσπου να μην έχει σημασία πια
ποιος θ’ αποκαλυφθεί,
ώσπου να μην έχει σημασία πια
τι παριστάνουμε.

Αν λάβουμε υπόψη ότι το ποίημα δημοσιεύεται στα τέλη της δεκαετίας του 1960, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι σε αυτό αποτυπώνεται με τόλμη29 η πικρία του ποιητικού υποκειμένου για την ιδεολογική σύγχυση και την αντιηρωική στάση ζωής που διαδέχθηκε τη συλλογική πάλη του κυπριακού λαού για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού στη δεκαετία του 1950.
2.4. Η εξαπάτηση και ο αποπροσανατολισμός
Με την ίδια τόλμη ο ποιητής ψέγει τόσο τους πολιτικούς, που δεν λένε την αλήθεια στον λαό, όσο και τους ίδιους τους πολίτες, που δεν ασκούν το δικαίωμα της κριτικής. Οι ποδιές και οι φανελίτσες (που σε άλλα ποιήματα του Μόντη συνδηλώνουν την παιδική αγνότητα και αθωότητα),30 στο πιο κάτω απόσπασμα από το Δεύτερο γράμμα στη μητέρα (1972)31 σημαίνουν την παθητική αποδοχή της παραπλάνησης:
Καθόμαστε με τις ποδιές και τις φανελίτσες μας στα θρανία
κι ακούμε τους ομιλητές που ψεύδονται,
καθόμαστε στα θρανία
κι ακούμε τους ομιλητές που ξέρουμε πως ψεύδονται
κι ακούμε τους ομιλητές
που ξέρουν πως ξέρουμε πως ψεύδονται.

Πιο διεκδικητική στάση των πολιτών υποδηλώνεται στο ποίημα «Κύπριος πολιτευτής» (Κύπρος εν Αυλίδι, 1976),32 όπου τα βέλη της μοντικής ειρωνείας33 στρέφονται εναντίον της εξαπάτησης του λαού από μια μερίδα πολιτικών, η οποία αυτή τη φορά αποκαλύπτεται:

ΚΥΠΡΙΟΣ ΠΟΛΙΤΕΥΤΗΣ
Και μιαν αυγήν απροσδοκήτως
μας πάτησαν την άκρηα της εσθήτος.

Με ενδυματολογικούς όρους αποδίδεται επίσης η συγκρατημένη αγανάκτηση του ποιητή για τις ευθύνες της διεθνούς διπλωματίας και ιδιαίτερα του τότε υπουργού εξωτερικών των ΗΠΑ για τα τραγικά γεγονότα του 1974 στο νησί. Τα μανίκια, το καπέλο και εν γένει η στολή του ταχυδακτυλουργού σημαίνουν τις δόλιες μεθοδεύσεις εναντίον του κυπριακού λαού:
Ο ΤΑΧΥΔΑΧΤΥΛΟΥΡΓΟΣ
Στον Henry Kissinger
Μην ψάχνετε στα μανίκια του,
μην ψάχνετε κάτω απ’ το καπέλο του,
αφήστε τον άνθρωπο να κάνει το νούμερό του!34

2.5. Η προδοσία
Όμως για την τραγωδία της Κύπρου οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τους μάγους της διεθνούς διπλωματίας αλλά και εμάς τους ίδιους, στον βαθμό που δεν συνειδητοποιήσαμε έγκαιρα τις ευθύνες μας. Στο Τρίτο γράμμα στη μητέρα (1980)35 ο προσωποποιημένος Πενταδάχτυλος έχει στοιχειώσει:

Τις νύχτες τρία παράξενα ματωμένα φώτα
μας σημαδεύουν απ’ τις πλαγιές του, μητέρα
τρία παράξενα ματωμένα φώτα
μας σημαδεύουν απ’ την κουκούλα του.
Ναι, μητέρα, την κουκούλα του,
αυτή την ίδια φοβερή μαύρη κουκούλα
που φορούσαν οι καταδότες στην Επανάσταση
και λαμπύριζαν παγωμένα τα μάτια τους μεσ’ απ’ τις δυο τρύπες
όταν σήκωναν το χέρι να μας δείξουν.

Στο πιο πάνω απόσπασμα το ενδυματολογικό στοιχείο της κουκούλας λειτουργεί με δύο διαφορετικούς τρόπους: από τη μια, ως μέσο κάλυψης της ταυτότητας των προδοτών στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της Κύπρου (1955-1959) και, από την άλλη, ως μέσο που χρησιμοποιεί ο προδομένος Πενταδάχτυλος για να αφυπνίσει τους Κυπρίους από την παθητική και προδοτική τους αδιαφορία. Επομένως, η εμφατική διαβεβαίωση του ποιητικού υποκειμένου ότι πρόκειται για την ίδια κουκούλα είναι παραπλανητική, δεδομένου ότι τη μια φορά παραπέμπει σε εκείνους που διαπράττουν την προδοσία και την άλλη σε εκείνους που υποφέρουν εξαιτίας της, αν δεχτούμε ότι ο Πενταδάχτυλος σημαίνει μετωνυμικά τον προδομένο κυπριακό λαό. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι το ίδιο ενδυματολογικό στοιχείο εντοπίζεται στη νουβέλα του Κ. Μόντη Κλειστές πόρτες:
Την πρώτη μέρα του κέρφιου μάς μάζευαν άνδρες και αγόρια από δεκαπέντε χρονών κι άνω στην αυλή του σχολείου και μας κρατούσαν ώρες πολλές διψασμένους και πεινασμένους […] ώσπου να ’ρθει η σειρά μας – και τι αργά που ερχόταν – ν’ ανακριθούμε ή να περάσουμε μπροστά απ’ τον «κουκουλοφόρο», τον πληροφοριοδότη, που κρυμμένος κάτω από μια μαύρη κουκούλα κοίταζε μέσα από δυο τρυπίτσες κι έδειχνε ποιους να πιάσουν […]. Τα είδα έπειτα πολλές φορές στ’ όνειρό μου τα μάτια του κουκουλοφόρου να με κοιτάζουν μέσ’ απ’ τις δύο τρυπίτσες […].36

3. Συμπέρασμα
Μπορούμε, λοιπόν, να υποστηρίξουμε ότι από τη σημασιολογική ανάλυση των ενδυματολογικών θεματικών στοιχείων στην ποίηση του Μόντη καταδεικνύεται ότι ο ποιητής τα χρησιμοποιεί κυρίως ως σύμβολα ανθρώπινων τάσεων και συμπεριφορών πότε με ειρωνικό και καταγγελτικό τόνο, πότε με ελεγειακή διάθεση και συχνά με συνδυασμό των δύο. Κυρίως, όμως, από τη σύντομη και δειγματοληπτική αυτή προσέγγιση, αναδεικνύεται ως σημαντικός θεματικός άξονας της ποίησης του Μόντη η μνήμη (σε διάφορα επίπεδα: ατομικό, συλλογικό, πολιτικό, ιστορικό κλπ.), η λειτουργία της οποίας ειδικά στα Γράμματα στη μητέρα έχει ήδη σχολιαστεί από την κριτική,37 αλλά αξίζει να διερευνηθεί πιο διεξοδικά σε ολόκληρο το ποιητικό του έργο. Συσχετισμοί με τη λειτουργία της μνήμης στο έργο άλλων ποιητών (πρώτιστα του Κ. Π. Καβάφη, ίσως και άλλων) ενδέχεται να αποδειχθούν ιδιαίτερα γόνιμοι.

--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1.Στα ποιητικά κείμενα του Μόντη το μαύρο φόρεμα δεν συνδηλώνει την καθημερινή βιοπάλη της γυναίκας. Αυτό το θεματικό μοτίβο εντοπίζεται στο διήγημά του «Οι "γυναίκες μου"» (Διηγήματα, 1970), όπου ο ομοδιηγητικός αφηγητής περιγράφει με ιδιαίτερη συμπάθεια τις μαυροφορεμένες εργάτριες του μεταλλείου: «Ειν’ όλες τους μεσήλικες εκτός από την Αννού. Φοράν μαύρα κι έχουν στο κεφάλι ένα σφιχτοδεμένο μαντήλι. Μυρίζουν πυρίτη και τα χέρια τους και τα πρόσωπά τους είναι μαυρισμένα απ’ το μετάλλευμα. Δεν τις είδα παρά μια-δυο φορές ξεπλυμένες και με καθαρά ρούχα γιατί τις βλέπω πάντα την ώρα που γυρίζουν απ’ τη δουλειά». Βλ. Κώστας Μόντης, Άπαντα Β΄: Πεζά, Ίδρυμα Αναστάσιου Γ. Λεβέντη, Λευκωσία, 1987, 1713· στο εξής: Άπαντα Β΄: Πεζά…
2.Βλ. Κώστας Μόντης, Άπαντα Α΄, Ποίηση, Λευκωσία, Ίδρυμα Αναστάσιου Γ. Λεβέντη, Λευκωσία, 1987, 913· στο εξής: Άπαντα Α΄, Ποίηση…
3.Βλ. Κ. Μόντης, Άπαντα: Συμπλήρωμα Β΄, Ίδρυμα Αναστάσιου Γ. Λεβέντη, Λευκωσία, 1991, 91· στο εξής: Συμπλήρωμα Β΄…
4.Βλ. Κ. Μόντης, Άπαντα Β΄: Πεζά…, 1634.
5.Ό.π., 1761.
6.Βλ. Κ. Μόντης, Συμπλήρωμα Β΄..., 104.
7.Βλ. Κ. Μόντης, Άπαντα Α΄, Ποίηση…, 469.
8.Ό.π., 426. Εγώ υπογραμμίζω.
9. Ό.π., 43. Βλ. επίσης το ομόθεμα ποιήματα «Κι άλλο των Αγίων Ομολογητών» (Ποίηση του Κώστα Μόντη), ό.π., 450· «Άγιοι Ομολογητές» (Και τότ’ εν ειναλίῃ Κύπρω), ό.π., 548.
10. Ό.π., 180. Η διπολική διάζευξη μνήμη-λήθη σε συνάρτηση με την ερωτική ισοτοπία εντοπίζεται σε διάφορα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη. Βλ. ενδεικτικά το ποίημα «Μακριά», όπου (χωρίς τη χρήση του ενδυματολογικού κώδικα) το ποιητικό υποκείμενο δυσκολεύεται να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο της εφηβικής ερωτικής του εμπειρίας και το χρώμα των ματιών της αγαπημένης του μορφής: «Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; – η βραδιά… / Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια· ήσαν, θαρρώ, μαβιά… / Α, ναι, μαβιά· ένα σαπφείρινο μαβί». Βλ. Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα Α΄ (1896-1918) (επ. Γ. Π. Σαββίδης), Αθή- να, Ίκαρος, 57. Βλ. επίσης το ποίημα «Γκρίζα» (ό.π., 88), όπου κατά παρόμοιο τρόπο αποτυπώνεται η δυσκολία του ποιητικού υποκειμένου να ανακαλέσει την απομακρυσμένη χρονικά ερωτική εμπειρία.
11.Ό.π., 338.
12.Ό.π., 338.
13.Βλ. Κ. Μόντης, Συμπλήρωμα Β΄…, 146.
14.Βλ. Κ. Μόντης, Άπαντα Α΄, Ποίηση…, 1190.

15.Ό.π., 198.
16.Πιο τολμηρές σεξουαλικές συνδηλώσεις εντοπίζονται στο ποίημα «Παιγνίδι» (Συμπλήρωμα Β΄…, 253), όπου ο ομιλητής καλεί απροκάλυπτα τη γυναικεία μορφή «ν’ ανοίξει το μπολεράκι» της· το «χιόνι του βουνού» και ο «αφρός του πελάγους» παραπέμπουν στον σαρκικό έρωτα και στην ολοκλήρωση της ερωτικής πράξης.
17.Ό.π., 433.
18.Ό.π., 1130.
19.Βλ. Κ. Μόντης, Κλειστές πόρτες, Άπαντα Β΄: Πεζά, 1608.
20. Ό.π., 1560.
21.Βλ. Κ. Μόντης, Συμπλήρωμα Α΄…, 108.
22.Για τις ψευδοπροσωποποιίες στην ποίηση του Μόντη, βλ. Λ. Γαλάζης, Η προσωποποίηση στο ποιητικό έργο του Κώστα Μόντη, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2008, 23-24.
23.Βλ. Κ. Μόντης, Άπαντα Α΄, Ποίηση…, 462.
24.Ό.π., 707. Βλ. επίσης το ομόθεμο ποίημα «Παράξενα» (Και τότ’ εν ειναλίῃ Κύπρω), ό.π., 1028, όπου η γιορτινή ατμόσφαιρα του εορτασμού της εθνικής επετείου της 25ης Μαρτίου, με τα παιδιά που είναι «ντυμένα γιορτινά / σαν εύζωνοι ή ναυτάκια» , επισκιάζεται από την έκρυθμη κατάσταση που επικρα- τούσε στο νησί το 1974.
25.Ό.π., 1168.
26.Βλ. Κ. Μόντης, Συμπλήρωμα Δ΄, Λευκωσία, Ίδρυμα Αν. Γ. Λεβέντης, 1997, 68.
27.Κ. Μόντης, Άπαντα Β΄: Πεζά…, 1376.
28.Κ. Μόντης, Άπαντα Α΄, Ποίηση…, 484.
29.Για την τολμηρή πολιτική και κοινωνική κριτική στην ποίηση του Μόντη, βλ. ενδεικτικά Γ. Π. Σαββίδης, «Πολυχρόνιο για τον Μόντη», [Συλλ. Τόμ.], 12 Κείμενα για τον Κώστα Μόντη (επ. Γ. Κεχαγιόγλου, Μ. Πιερής), Αθήνα, Ερμής, 1984, 89· Μιχάλης Πιερής, Από το μερτικόν της Κύπρου, Αθήνα, Καστανιώτης, 1991, 17.
30.Βλ. ενδεικτικά: «Η ποδιά της Στάλως», Γράμμα στη μητέρα κι άλλοι στίχοι, 1965, ό.π., 991· «Στην ψυχούλα της Χλόης Αντώνη Χριστοδουλίδη», Συμπλήρωμα Β΄…, 104· «Ο αγαθούλης και η Κική», Συμπλήρωμα Γ΄…, 17.
31.Ό.π., 900.
32. Ό.π., 1045.
33.Για την ειρωνεία στην ποίηση του Κ. Μόντη, βλ. ενδεικτικά Λευτέρης Παπαλεοντίου «Ειρωνικές Στιγμές του Κώστα Μόντη»: Όψεις της ποιητικής του Κώστα Μόντη, Αθήνα, Σοκόλης, 2006, 27-54.
34.Βλ. Κ. Μόντης, Πικραινόμενος εν εαυτώ, ό.π., 569.
35.Ό.π., 912.
36.Βλ. Κ. Μόντης, Άπαντα Β΄: Πεζά…, 1589.
37.Ειδικότερα για τη λειτουργία της μνήμης στα Γράμματα στη μητέρα του Κ. Μόντη, βλ. Παντελής Βουτουρής, «Σημειώσεις και σχόλια για τα τρία Γράμματα στη μητέρα του Κ. Μόντη», Η Λέξη 152 (Ιούλ.-Αύγ. 1999) 430-435.
Λεωνίδας Γαλάζης
Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας
Πανεπιστημίου Κύπρου
ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Νέα Εποχή 307 (χειμώνας 2010-2011)39-50.

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Γ. ΚΕΧΑΓΙΟΓΛΟΥ-Λ. ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Γιώργος Κεχαγιόγλου-Λευτέρης Παπαλεοντίου, Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2010, σσ. 960. Με την Ιστορία της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας (ΙΚΛ) των Γιώργου Κεχαγιόγλου και Λευτέρη Παπαλεοντίου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, αναδεικνύονται ο πλούτος, η πολυμέρεια, και η πολυμορφία της κυπριακής λογοτεχνίας από τον 12ο αιώνα μ. Χ. μέχρι την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, και, από την άλλη, προτείνονται άλλοτε άμεσα και άλλοτε έμμεσα αξιολογικές αποτιμήσεις και σταθμίσεις για τα κείμενα και τους συγγραφείς. Αν και οι συγγραφείς, που αφιερώνουν το βιβλίο τους στη μνήμη του Γιάννη Κατσούρη και στον Φοίβο Σταυρίδη, με σεμνότητα και μετριοπάθεια σημειώνουν προλογικά πως αυτό «θα συμβάλει στην κάλυψη ορισμένων από τα κενά που έχει αφήσει η προγενέστερη έρευνα και [...] ότι θα αποτελέσει ερέθισμα για μελλοντικές αρτιότερες συνθέσεις» (σ. 12) και τονίζουν επιλογικά ότι «στο φιλολογικό είδος των Ιστοριών της νεότερης κυπριακής λογοτεχνίας είμαστε ακόμα σχεδόν στα πρώτα βήματα», πιστεύουμε ότι η ΙΚΛ είναι ένα σημαντικό επίτευγμα στην κυπρολογική περιοχή της νεοελληνικής φιλολογίας.
Στην πολυσέλιδη γραμματολογική τους πραγματεία (το πρώτο μέρος της αφορά την περίοδο από τον 12ο αιώνα μέχρι το 1821και εκπονήθηκε από τον Γ. Κεχαγιόγλου, ενώ το δεύτερο καλύπτει το διάστημα από τα χρόνια της ελληνικής επανάστασης μέχρι σήμερα και εκπονήθηκε από τον Λ. Παπαλεοντίου) είναι προφανές, αφενός, ότι οι δύο νεοελληνιστές έχουν άμεση εποπτεία του πρωτογενούς υλικού (κυρίως πολυάριθμων χειρογράφων που βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορες βιβλιοθήκες του κόσμου και πολλών σπάνιων ή δυσεύρετων βιβλίων)∙ αφετέρου, συζητούν διεξοδικά τις απόψεις των μελετητών και των κριτικών γύρω από τα λογοτεχνικά κείμενα που τους απασχολούν, αναδεικνύοντας σε αρκετές περιπτώσεις την αναγνωστική πρόσληψη των συγγραφέων (π.χ. των Λεόντιου Μαχαιρά, Βασίλη Μιχαηλίδη, Δημήτρη Λιπέρτη, Κώστα Μόντη κ. ά.) στη διαχρονική της προοπτική.
Με την ΙΚΛ οι Γ. Κεχαγιόγλου και Λ. Παπαλεοντίου δεν επιχειρούν να πείσουν τον αναγνώστη ότι στην εργασία τους επιλύονται όλα τα εκκρεμή ζητήματα γύρω από τη μελέτη της κυπριακής λογοτεχνίας ούτε, βέβαια, ισχυρίζονται πως εξαντλούν όλες τις δυνατότητες για περαιτέρω έρευνα και μελέτη στο γνωστικό πεδίο που τους απασχολεί. Αντίθετα, και οι δύο υποδεικνύουν πλήθος αδιερεύνητων πτυχών και όψεων της παλαιότερης και νεότερης κυπριακής γραμματείας και λογοτεχνίας, που θα μπορούσαν να διερευνηθούν από νεότερους ερευνητές (τονίζονται, λ.χ., οι ανάγκες για σχολιασμένη φιλολογική έκδοση του έργου του Νεόφυτου Ροδινού, για νέα έκδοση των ποιημάτων του Β. Μιχαηλίδη ή για φιλολογικές μελέτες για πολλούς άλλους νεότερους σημαντικούς, αλλά παραγνωρισμένους, συγγραφείς, ή ακόμη και η ανάγκη να συζητηθούν εκ νέου περιπτώσεις λογοτεχνών, που μολονότι στην εποχή τους μυθοποιήθηκαν από την κριτική, εκ των υστέρων φαίνεται ότι χάνουν το στοίχημα με τον πιο αδύσωπητο κριτή, που είναι ο χρόνος). Τέλος, σχολιάζονται διάφορα ανοιχτά ζητήματα γύρω από τη γενιά της εισβολής και τη γενιά του 1990, χωρίς να αποσιωπάται ότι για την επαρκέστερη εξέταση των ζητημάτων αυτών είναι αναγκαία μια μεγαλύτερη χρονική προοπτική, την οποία δεν διαθέτουμε σήμερα.
Επιπλέον, σε αρκετά σημεία της ΙΚΛ περιγράφονται οι κατά καιρούς συζητήσεις και αντεγκλήσεις γύρω από το περιεχόμενο και τη χρήση του όρου κυπριακή λογοτεχνία, από τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα. Συζητήσεις, που ανάλογα με το ιδεολογικό και πολιτικό συγκείμενο κάθε εποχής, προσέλαβαν συχνά διαστάσεις βαθιάς ρήξης όχι μόνο ανάμεσα στους μελετητές και τους κριτικούς της λογοτεχνίας μας αλλά και ανάμεσα στους ίδιους τους λογοτέχνες και επεκτάθηκαν μέχρι και στην απαξίωση της κυπριακής λογοτεχνίας.
Η ΙΚΛ είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα ερευνητικού μόχθου των συγγραφέων της, γραμμένη με αγάπη για την κυπριακή λογοτεχνία, αλλά την ίδια στιγμή και με την απαιτούμενη αυστηρή κριτική απόσταση από τα κείμενα και τους συγγραφείς τους. Επιπλέον, είναι ένα βιβλίο που εστιάζει στα ανοιχτά ζητήματα και επιζητεί τον διάλογο, με στόχο την προώθηση της έρευνας και την εμβάθυνση των γνώσεών μας γύρω από την κυπριακή λογοτεχνία.
Ιανουάριος 2011 Λεωνίδας Γαλάζης

Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

«Λοκριγκάνα» του Λεωνίδα Γαλάζη
13/09/2010 | Του Παντελή Στεφάνου
Έλαβα εσχάτως ανά χείρας την έβδομη ποιητική συλλογή του φίλτατου Λεωνίδα Γαλάζη, με τον αινιγματικό τίτλο: «Λοκριγκάνα». Πρόκειται για μια ολιγοσέλιδη έκδοση κλασικών τυπογραφικών προδιαγραφών, με το σοζύγιασμα της μετρικής σωφροσύνης που αρμόζει σε λογοτεχνικά έργα ποιότητας, από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης» στην Αθήνα. Έργα ποιότητας κι υφολογικής έμμετρης πεμπτουσίας, διάδοχους σκυταλοδέχτες των μεγίστων στιχουργικών αποτυπώσεων της νεοελληνικής ποίησης.
Ο Λεωνίδας Γαλάζης έχει καταξιωθεί πλέον ως ένας από τους πιο μαεστρικούς υπηρέτες του νεότερου κυπριακού στίχου. Λεπτοπελεκάει μ’ υπομονή άοκνη κι επιμελημένη αβρότητα το ρεαλιστικό του ανάπαιστο και τον επενδύει με την αέρινη χλαμύδα του ιδιότυπου προσωπικού του ύφους που νοτίζει τα νοητικά αισθητήρια του αναγνώστη ωσάν θεόσταλτη δρόσος εξ ουρανού. Ενός ύφους, μες στο ανταρεμένο απ’ τον αέναο καταιγισμό των επάλληλων στοχασμών αρχιπέλαγος, του οποίου εύκολα ξεκρίνεις τις ψυχωμένες ημιθεϊκές μορφές των άφταστων πατριαρχάδων της παγκόσμιας ποίησης (T.S. Eliot) της νεοελληνικής (Γ. Σεφέρης) αλλά και της νεοελληνοκυπριακής (Κ. Μόντης).
Το πρώτο ιδίωμα που αδράχνει ο αναγνώστης κινώντας να κάνει καταδίφηση στο στιχηρό σύμπαν του Λεωνίδα Γαλάζη είναι η καυστική δηκτικότητα και η ανελέητη, σπαθάτη θωριά με την οποία αντικρίζει και φιλοσοφεί τα τεκταινόμενα στον περιρρέοντα, ανθρωποπαθή μικρόκοσμό μας. Κατέχεται από μια ανήλεη κριτική προσέγγιση, ακέρια, μανική κι αδιάφθορη. Ωσάν να μη βαστά στην απαλάμη καλαμάρι μα σπάθ’ αδραγμένη απ’ το θηκάρι όχι των γνωστικών τυλιγαδιών των παλιών σοφών αλλά μιας φαρέτρας ετοιμοπόλεμης. Ένα όμμα οξύ, καθόλου απαθές μπροστά στο κοινωνικό γίγνεσθαι του βίου μας. Κάτι που εκ πρώτης όψεως ξενίζει όποιον είχε την ευλογημένη χαρά να γνωρίζει προσωπικά τον πολυτάλαντο και κεχαριτωμένο δάσκαλο: με τη μειλίχια αναύρα και το αχνομειδίαμα ενός πλούσιου εσωτερικά και τρισεύγενου ανδρός μ’ εκείνη την αγγελόφτερη, σιγανή και ταπεινή αναστροφή.
Ο Λεωνίδας Γαλάζης παρατηρεί τις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές, ηθικές μετενσαρκώσεις της υβριδικής, ασπόνδυλης, νεοκυπριακής κοινωνίας ωσάν αετομάτης βιγλάτορας πα στ’ ακριτικό μπεντένι της σκέψης. Κι ευθαρσώς παίρνει λαγαρή θέση και καυστηριάζει δεόντως με διακριτική ευελιξία και προφητική οξύνοια. Η όζουσα αποτελμάτωση ενός εθνικού προβλήματος που όλο και χρονίζει χωρίς τη φωτόλουστη ελπίδα να φεγγίζει στο ξάγναντο. Η υλόφρονη, νεόπλουτη και πολιτισμικά αβαθής νεοκυπριακή ιδιοσυγκρασία που οικτρά απολησμόνησε τους αγιασμένους προγόνους με τ’ άσωτο, ακέριο ήθος. Με τις μωρές παραφροσύνες της επιδειξιομανίας, της αυταρχικότητας και της παθολογικής φιλαρχίας. Της κοινωνίας με τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά ιζήματα ν’ ασχημαίνουν το πετσί της, της συνειδησιακής απονέκρωσης, και της ιδεολογικής αποχαύνωσης. Αυτής που απέθεσε το πνεύμα της πα στου υλισμού τη θυμέλη αναθηματικό πρόσφορο. Κι ασκώνει αψηλά τα χέρια να πέμψει ιαχές δοξαστικές στις θεότητες της κερδοσκοπίας και του νεοπλουτισμού παραδομένη ερμητικά στις απολησμονιάς τ’ αδηφάγα όρνεα. Το Λεωνίδα Γαλάζη συγκινεί ο αδικαίωτος κάματος της εργατιάς, του νευρώνει τις ευαίσθητες του ψυχισμού νευρές, που της μεταπλάθει σ’ έμμετρο στοχασμό, η κοινωνική αδικία κι η ταξική ανισότητα.
Του ανταρεύει τα σώψυχα η αποξήρανση μιας απνευμάτιστης θεατρινίστικης κοινωνίας με τον δημοσιοϋπαλληλικό ραγιαδισμό της, τα συναδελφικά δωσίλογα αλληλοσφαξίματα, τον αυτοεξευτελισμό της αξιοπρέπειας για την αναρρίχηση σ’ ένα ανώτερο κοινωνικό σκαλί πιότερης περιωπής κι ευρυχωρότερου χρηματισμού. Μιας κοινωνίας που λαθεύει κρυψίνοα πίσω από τη νοηματική των λέξεων και σέρπεται υποχθόνια σαν φίδι με γαλίφικο σάλτο για να φτάσει στον ποθητό κούρσο μιας μωρής φιλοδοξίας. Μιας κοινωνίας που περιφρονεί τους ποιητές και στο καμπάνισμα του διεγερτικού τους τροχαϊκού αντιπαρέρχεται μ’ απάθεια. Με μια ισχνή συρμή ενοχής να της αυλακώνει τ’ ανάλγητα προσώπατα. Όλα ετούτα ψηφιδώνουν ένα στίχο επίκαιρο σ’ έν’ ανάγλυφο που κράζει μεγαλόφωνα όμορφες ρίμες, ίδιες προαγγελτικές κακών οιωνών οιμωγές.
Είναι συνάμα κι ένας στίχος εύχαρις που με την κοφτερή του λεπτότητα, άλλοτε σου προκαλεί τον γέλωτα, άλλοτε την απορία, άλλοτε του απερινόητου το ζόφο και τον αδιόρατο συνεσκιασμό, πάντοτε όμως ένα φιλοσοφικό αναστοχασμό και μια έντονη αδιαπραγμάτευτη κοινωνική προβληματική. Ο Λ. Γαλάζης ξεντύνει τις λέξεις και τις αφήνει ολόγυμνες τόσο, που να ξεκρίνεται η ακρότατη νοηματική τους εκδοχή και συνεκφορά. Πολλές λέξεις, παρά το απέριττο της στιγμιαίας τους αποτύπωσης, φέρουν τη νοηματική συναλληλιά δεκάδων άλλων. Άλλες νογούνται ωσάν εγερτήρια καρφιά κι άλλες ωσάν μαυρομάνικοι σουγιάδες που εμβολίζουν βαθιά το πετσί κι επιφέρουν εν’ άλγος ιαματικό. Κάποια αρπαχτά συμπλέγματα λέξεων δε έχουν τόσο κάλλος κι εννοιολογική δύναμη που κείτονται κει δα στο χαρτί ωσάν κομψοτέχνημα προικισμένου καλλιτέχνη: Ενδεικτικά απανθίζω: «του σύρματος ακάνθινου γύρω από τους ναούς του πνεύματος και πάσης μαλακίας». «Τις εκπρόθεσμες ανησυχίες των λουλουδιών», «Με τις ελπίδες να κυματίζουν μεσίστιες», «ξενιτεμένη θάλασσα», «χορταριασμένες παλινδρομήσεις», «οι εκπυρσοκροτήσεις των ποιημάτων», «Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων» κ.ά.
Ο Λεωνίδας Γαλάζης είναι ένας ταπεινός, ολιγομίλητος, ενσυνείδητος υπηρέτης της εκπαίδευσης και της φιλολογικής του ιδιότητας που κλεΐζει τη μυριοβαλλόμενη εκπαιδευτική κοινότητα του νησιού μας. Μα είναι κι ένας θαρσαλέος οξυγράφος που με την αρμονία και το κάλλος των στίχων του πάσχει να μας αναστήσει από την παρακμιακή μας χαύνωση. Κομίζοντάς μας, δώρημα τέλειον, ιάμβους δροσιστικούς ωσάν ουρανόδωτη πάχνα μες στου υλισμού την αυχμηρότητα. Σ’ ευχαριστούμε, φίλε Λεωνίδα, για ετούτο το λυσίπονο, ανάερο βάκχεμα που μας δαψιλεύουν τα βιβλία σου.
ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
Εκπαιδευτικός - Συγγραφέας
Η Σημερινή και Ο Φιλελεύθερος, 13 Σεπτεμβρίου 2010.

Παρασκευή 23 Ιουλίου 2010

ΛΟΚΡΙΓΚΑΝΑ

Νέα έκδοση
Λεωνίδας Γαλάζης, Λοκριγκάνα, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2010, σσ. 56.
Κυκλοφόρησε τον Ιούλιο το βιβλίο Λοκριγκάνα, που είναι η έκτη ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Γαλάζη. Γύρω από το κεντρικό θεματικό μοτίβο του ποιητή-σιδηρουργού διαπλέκονται διάφορα θέματα, όπως η φύση και ο ρόλος της ποιητικής δημιουργίας, η σχέση του ατόμου με τις διάφορες μορφές εξουσίας, η ελευθερία και τα όριά της, οι μνήμες αγαπημένων προσώπων που χάθηκαν, οι αντιφατικές όψεις της ημικατεχόμενης Λευκωσίας, δοσμένα άλλοτε με τη φόρμα των πεζόμορφων ποιημάτων και άλλοτε με τον συνδυασμό ελεύθερου και παραδοσιακού στίχου. Από τη συλλογή Λοκριγκάνα παραθέτουμε το ποίημα «Προθάλαμος»:

ΠΡΟΘΑΛΑΜΟΣ

Πολύ θα το ’θελες να ’σουν ο επόμενος
μα δεν λογάριασες καλά.

Οι λεπτοδείχτες στάζουν αίμα
πού χάθηκαν οι καθαρίστριες
ποιος θ’ απολυμάνει τους τοίχους;
Όλοι κοιτάμε τα ρολόγια στους διάστικτους τοίχους
τις αποξηραμένες κηλίδες στο πάτωμα
λες και χαθήκαν οι φανοί και τα κράνη
λες και χάθηκε διά παντός η φωνή μας.
Δείχνουμε τα ρολόγια και κινούμε τα χείλη
δείχνουμε τις ουρές αναμονής και υψώνουμε τα χέρια.

Πώς βρεθήκαμε στον προθάλαμο
τι γυρεύουμε
πού πήγαν οι προηγούμενοι και χάθηκαν
ποιος ξέρει τι απέγιναν
αν όντως υπάρχουν.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ
Θαμμένος βαθιά
Κάτω από τόνους ανοχής
Χωρίς τις νενομισμένες τιμές
Και τους μακροσκελείς επικηδείους
Χωρίς τους προσποιητούς θρήνους
Των πληρωμένων επί τούτω γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα
Των υπογείων στρωμάτων
Αναδεύοντας τα χώματα
Νεκρός γι’ αυτούς
Μα για τον θάνατο μπελάς
Για τα καρφιά βραχνάς
Γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου
Ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους
Που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια
Τον ήλιο και τις επισυναπτόμενες κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά
Δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται
Για τα ρολόγια τίποτα
Μόνο φωνές από τα βάθη
Του τάφου που χορτάριασε
Των απειλών που δεν εκφέρονται
Παρά κάτω απ’ το χώμα.

Βαθιά θαμμένος
Ενωμένος με τις πρώτες ύλες
Της αποστολής των υποδίκων
Των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων
Γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων
Και συναφών αναλωσίμων υποσυστημάτων.


18 Σεπτεμβρίου 2007




ΚΑΓΚΕΛΑ
Σκύψε και φίλησε τα κάγκελα
Κομψοτεχνήματα μιας εποχής
Οριστικά καταχωρημένης
Στις αμετάκλητες απώλειες
Των ημετέρων δυνάμεων
Των δικών μας ρητορικών επικλήσεων
Σχημάτων λόγου, υπεκφυγών
Αορίστων υποσχέσεων
Επιστολών παραιτήσεως.

Γράψε ξανά τις λέξεις που καίνε κι άσε τα κούφια λόγια για τους εμπόρους
Τους εντολοδόχους της νενομισμένης τάξεως
Τους επαγγελματίες λογογράφους
Τους υμνητές των ερμητικά κλειστών ασκών
Τους κουστωδούς των ανέμων.

20 Σεπτεμβρίου 2007



ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ
Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
Φωνές από τα βάθη των σκοτεινών σπηλιών
Της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις
Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
Στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
Τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως
Λαμπάδες και τάματα
Υποκλοπές
Ισολογισμοί
Παραισθήσεις.
Νωπές ουλές
Σκοτάδι του μυαλού
Λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
Στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.


21 Σεπτεμβρίου 2007




ΣΚΟΥΡΙΑ
Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
Εν βρασμώ ψυχής
Όπως συνηθίζουν να δηλώνουν οι φερέλπιδες
Ιατροδικαστές και δημοσιογράφοι,
Δικαστές, πρωτοπρεσβύτεροι και λοιποί.

Τα σάπια δοκάρια προσέξτε
Του συστήματος
Κι αφήστε την ποίηση να ξεψυχήσει
Δίχως ρυθμικές διακυμάνσεις
Και λυρικά σκαμπανεβάσματα
Πάνω στα σκουριασμένα πορτοπαράθυρα
Των δημοσίων υπηρεσιών.

Σκουριά του σαπιοκάραβου
Αρμύρα της θαλάσσης
Σκεβρωμένα ναυτόπουλα
Τη μάχη των ανέμων
Ποιος νοστάλγησε
Αν στην ψυχή του
Έσταξε
Ο φόβος του γιαλού.

Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2007



ΟΙ ΚΟΥΣΤΩΔΟΙ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ

Στ’ αμπάρι με τα σάπια κάγκελα, τις υποσχέσεις των κενταύρων
Αλατισμένη λογική
Φρεσκομαγειρεμένη
Λαλούν κοκόρια και ξυπνούν τις συνειδήσεις.

Σκύψε, γονάτισε, προσκύνα
Τους κουστωδούς των ανέμων
Μην αμολήσουν τα σκυλιά και σηκωθούν τα κύματα
Κι οι πειρατές παραιτηθούν στη μέση του πελάγου.

Πώς διαγουμίζουν τη ζωή σαν δεν είναι δική τους
Πώς κυβερνούν τα βάθη της ψυχής μας.

Δούλοι πιστοί ξεχάσαμε πώς τραγουδούν ανέμελα

Δούλοι πιστοί τα δόντια τρίζοντας

Τ’ αφεντικά σαν το προστάξουν

Τη λογική στο πιάτο φρούτο συνείδηση
Όνειρα σάπια φλούδες ελπίδων
Αποξηραμένες νόστιμες δεσποινίδες
Τους ανέμους, τους ανέμους, τους ανέμους.

22 Οκτωβρίου 2007



ΦΛΟΥΔΕΣ ΝΟΗΜΑΤΩΝ
Σκέψου πρώτα τους κανόνες του παιχνιδιού
Μην αφεθείς στις πρωτοβουλίες του κοπαδιού
Των αγαθών κι ανήξερων προβάτων
Που μηρυκάζουν φλούδες νοημάτων.

Λέξεις μαγειρεμένες με λάδια τοξικά
Καταναλώνουν άφοβα μαύρα λαγωνικά

Επιζητούν τη λάσπη τα γουρούνια
Καρπούζια, πεπονόφλουδες
Λέξεις αποδιοπομπαίες
Ακατάδεχτες σημαίες

Ποιήματα για τους καλάθους των υπεραγορών
Εν μέσω προσφορών
Κορδέλες στα μαλλιά ανέφελων κυράδων.

Τι λέξεις βαρυσήμαντες
Τι σπάνια νοήματα
Στα τρίσβαθα του νου τους

Σαν δίνουν μάχη εν ονόματι των ιερών συμβόλων
Δήθεν μακράν αντισταθμίσεων
Άνευ ζιζανίων και τριβόλων.

29 Δεκεμβρίου 2007



ΕΝ ΘΑΛΑΜΩ
Τα πυρέσσοντα πτώματα
Ξανά σκυφτοί νοσοκόμοι
Με τα θερμόμετρα
Δεν πέφτει με τίποτα

Τι πυρετός!

Αφήστε τις προστακτικές
Στην κατάψυξη
Δοκιμάστε τις ευκτικές
Τα πυρέσσοντα ρήματα.

Ο ημιτελής θάνατος
Η απόσυρση υπό προϋποθέσεις των εγκυκλίων
Πάσα οδύνη, λύπη εκτός ορίων ζωής
Δοκιμάστε τα βρεγμένα σεντόνια
Κοιμήστε στοργικά τους νεκρούς.



ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Νέα Εποχή 296 (άνοιξη 2008) 50-54.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2009

«Ως εν πολυτίμω κυψέλη η μητρική μου καρδία εναπεταμίευσεν…»
Γεώργιος Σιβιτανίδης, Μητρική Κληρονομία ήτοι Συμβουλαί Μητρός προς Θυγατέρα, Εν Αλεξανδρεία, Εκ του Ελληνικού Τυπογραφείου «Το Αρκάδιον», 1868.

Ο Γεώργιος Σιβιτανίδης (1840-1920), γνωστός ως ο συγγραφέας του πρώτου έντυπου κυπριακού δράματος Η Κύπρος και οι Ναΐται (1869)
[1] ένα χρόνο πριν από τη δημοσίευση του πιο πάνω έργου εξέδωσε τον παραινετικό λόγo[2] Μητρική Κληρονομία ήτοι Συμβουλαί Μητρός προς Θυγατέρα (στο εξής: Μητρική Κληρονομία…), έργο το οποίο, μολονότι ήταν γνωστό από τη βιβλιογραφική έρευνα,[3] παρέμενε μέχρι στιγμής ασχολίαστο. Προτού επιχειρηθεί μια πρώτη απόπειρα σχολιασμού του, ας σημειωθεί ότι εκκρεμεί ακόμη να γίνει μια εμπεριστατωμένη (και ως εκ τούτου ακανθώδης, επίπονη και μακρόχρονη) έρευνα γύρω από τη ζωή τού εν πολλοίς άγνωστου σε μας Γ. Σιβιτανίδη, ο οποίος «εκ Λεμεσού ορμώμενος» σπούδασε νομικά στην Αθήνα, έζησε για ένα διάστημα στην Αλεξάνδρεια, όπου εξέδιδε τις εφημερίδες Μέμφις και Χρηματιστήριον, και αργότερα σταδιοδρόμησε στην Ελλάδα αρχικά ως εκδότης της εφημερίδας Τηλέγραφος[4] και έπειτα ως νομάρχης και βουλευτής.[5]
Στο εξώφυλλο του βιβλίου Μητρική Κληρονομία… που είναι τυπωμένο σε σχήμα 8ο (80 σσ.) προτάσσεται ως προμετωπίδα (motto) μια ρήση που αποδίδεται στον στωικό φιλόσοφο Ζήνωνα τον Κιτιέα: «Ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῇν, τοὐτέστι κατ’ ἀρετὴν ζῇν» στην οποία συμπυκνώνεται η ηθοπλαστική συγγραφική πρόθεση, που δεν είναι άλλη από την καθοδήγηση της κορασιακής νεότητας για ενάρετη ζωή. Η διδακτική διάσταση του κειμένου είναι βέβαια εμφανής και στον τίτλο, στον οποίο οι συμβουλές της μητέρας προς την κόρη της σημασιοδοτούνται ως μια πολύτιμη παρακαταθήκη (βλ. το σήμα «κληρονομία»).
Η συγγραφική πρόθεση διευκρινίζεται περισσότερο στον σύντομο πρόλογο του παραινετικού πεζογραφήματος, που παρατίθεται μετά την αφιερωματική σελίδα.[6] Προλογίζοντας το έργο του ο συγγραφέας (σ. 5) υπογραμμίζει την παιδευτική του διάσταση και το διαχωρίζει από τις «μυθιστορικές μεταφράσεις» οι οποίες, όπως υποστηρίζει, συντελούν στη χαλάρωση των ηθών της «ανθηράς» νεολαίας που «μετ’ απληστίας τρυφά εις τα θέλγητρα των συγκινήσεων τούτων». Από την άλλη, εκφράζει τον φόβο ότι το πόνημά του «θέλει ίσως θεωρηθή ως αηδής ψυχρολογία βαρύνουσα το πνεύμα», γιατί οι νέοι συνήθως αποστρέφονται «την αυστηράν γλώσσαν της αρετής και του καθήκοντος», όμως ελπίζει ότι έστω και ελάχιστοι γονείς θα εκτιμήσουν την πρόθεση και τον ωφέλιμο σκοπό του.
Ωστόσο, ο φόβος του συγγραφέα ότι το κείμενό του ενδέχεται να θεωρηθεί ανιαρό και ψυχρό αποδεικνύεται υπερβολικός, επειδή οι παραινέσεις δεν εκφέρονται από έναν συγγραφικό αφηγητή[7] αλλά από την ετοιμοθάνατη μητέρα με αποδέκτη την πεντάχρονη κόρη της ˙ με την τεχνική αυτή προσδίδεται σε αρκετά σημεία του πεζογραφήματος η θερμότητα της μητρικής στοργής που συγκινεί τον αναγνώστη.
Στην εισαγωγή του παραινετικού λόγου (σσ. 7-10) η μητέρα απευθύνεται στην περιπόθητη θυγατέρα της και εξηγεί ότι ο λόγος που την ώθησε να γράψει αυτά τα λόγια είναι η επίγνωση πως σε λίγο καιρό θα εγκαταλείψει τα εγκόσμια και έτσι αυτή θα στερηθεί τη μητρική μέριμνα.[8] Όμως, αν και γνωρίζει ότι θα πεθάνει, δεν χάνει την πίστη της στη θεία δικαιοσύνη και πρόνοια και προτρέπει με έκδηλη συγκίνηση την κόρη της να διαβάσει, όταν μεγαλώσει, τις συμβουλές της που πιστεύει ότι θα της φανούν χρήσιμες: «Σ’ εγκαταλείπω λοιπόν, κόρη μου, με την οδυνηράν συναίσθησν της εν τω μέλλοντι ερημίας σου […]. Ανάγνωθι τας σελίδας ταύτας, εν αις, ως εν πολυτίμω κυψέλη, η μητρική μου καρδία εναπεταμίευσεν ό,τι καλόν και χρήσιμον απήνθισεν εν τω πλήρει ακανθών βιοτικώ λειμώνι» (σ. 9).
Ακολούθως (1ο μέρος: σσ. 11-26) η μητέρα επικεντρώνεται στα καθήκοντα της κόρης πριν από την ενηλικίωσή της και στην παιδεία που θεωρεί καταλληλότερη για την ολόπλευρη ανάπτυξή της. Ειδικότερα, προτρέπει την κόρη της να φροντίσει τη σωματική της ύπαρξη με την κατάλληλη διατροφή, εκγύμναση και ενδυμασία και να τελειοποιήσει τις ψυχικές και πνευματικές της δυνάμεις με γνήσια παιδεία και όχι «νόθον», «την οποίαν ατυχώς το παρασύρον του ξένου πολιτισμού ρεύμα έσπειρε και μεταξύ ημών» (σ. 11). Σκοποί της παιδείας αυτής πρέπει να είναι από τη μια η αυτογνωσία, ώστε η νέα γυναίκα να γίνει σοφή, αγαθή και δίκαιη και ικανή να υπομένει τη δυστυχία, και από την άλλη η θεογνωσία.[9]
Στη συνέχεια του 1ου μέρους η μητέρα αφενός υποδεικνύει στη θυγατέρα της ότι πρέπει να τη διακρίνουν η υπομονή και η καρτερία, γιατί ο βίος είναι τραχύς, και αφετέρου την προτρέπει να μην κάνει κατάχρηση του καλλωπισμού και να μην σπαταλά τον χρόνο της σε «κενοσπούδους μελέτας», δηλαδή σε μερικές ατελείς γνώσεις μουσικής, και γενικά να μην επιδίδεται σε όσα γενικά θεωρούνται «αρκούντα της γυναικείας μαθήσεως στοιχεία» , όπως είναι «[ο] βαρβαρόφωνος ευρωπαϊκής τινος γλώσσης ψιττακισμός [και η] πιθηκίζουσα και ανεξέλεγκτος του ξένου πολιτισμού απομίμησις» (σ. 19-20).
Εξάλλου, η μητέρα προτρέπει την κόρη της να ζει λιτά, απλά και απέριττα και να μην κάνει κατάχρηση του πλούτου της, γιατί αυτός είναι πηγή αληθινής ευδαιμονίας μόνο όταν χρησιμοποιείται με μέτρο και σύνεση. Στον πατέρα της που είναι σε προχωρημένη ηλικία, αλλά ενδέχεται να μακροβιώσει, οφείλει (πέρα από την αγάπη και την ευγνωμοσύνη) υποταγή και υπομονετική αντιμετώπιση των αδυναμιών του.[10]
Στο 2ο μέρος (σσ. 26-48), που αφιερώνεται στην αρετή της γυναίκας μετά την ενηλικίωσή της, τονίζεται ότι αυτή πρέπει να είναι εχέμυθη και αξιόπιστη, να μην είναι αθυρόστομη και κακόγλωσση, να χρησιμοποιεί την ευγλωττία της για να παρηγορεί τους δυστυχείς, να ενισχύει τους ενάρετους και να συμβουλεύει τους νεότερους, να είναι τίμια, διότι «άνευ της τιμής ο βίος του ανθρώπου παρέρχεται ζοφερός» (σ. 36). Προτρέπεται ακόμη να αγανακτεί «κατά των αμαρτημάτων και ουχί κατά των αμαρτανόντων», γιατί ο άνθρωπος γεννιέται αγαθός, ποικίλες όμως περιστάσεις τον καθιστούν κακό,[11] να είναι φιλόπονη, να αξιοποιεί τον χρόνο της, να σέβεται τους ανθρώπους που έχουν φυσικές ελλείψεις σωματικές ή νοητικές, να είναι ελεήμων, να αποφεύγει την επίδειξη και να αποφεύγει πάση θυσία τον αγυρτικό κομπασμό. Τέλος, η ενάρετη γυναίκα οφείλει από τη μια να είναι ανδρεία όχι για να καταβάλλει τους άλλους, αλλά για να τιθασεύει τα πάθη της, και από την άλλη να είναι σεμνή και μετριόφρων, χαριτωμένη αλλά και προσεκτική «εις τας μετά των ανδρών σχέσεις της» (σ. 44).
Στο 3ο μέρος (σσ. 48-52), στο οποίο διατυπώνονται οι απόψεις της μητέρας για τον πολιτισμό, η μητέρα επικεντρώνεται στην πολιτισμική προσφορά του ελληνισμού και στις ιστορικές του περιπέτειες: «Ατελεύτητοι δουλείας αιώνες επεκάλυψαν τον φωτοδότην λαόν διά πυκνού αμαθείας και βαρβαρότητος πέπλου». Η απελευθέρωση της Ελλάδας αποδίδεται στη θεία πρόνοια, αφού «ο Θεός έπνευσεν ιλαρός επί του εκλεκτού αυτού και αι αλύσεις του συνετρίβησαν και επέλαμψεν ακτίς ελπίδος και δόξης επί την ταλαιπωρουμένην περιούσιον αυτού φυλήν» (σ. 50). Ωστόσο, μετά την ελληνική επανάσταση οι νεότεροι Έλληνες δεν αξιοποίησαν τους «υγιείς καρπούς» του ευρωπαϊκού πολιτισμού αλλά τους «σεσηπότας» και γενικά εγκολπώθηκαν «ό,τι ταπεινόν και ανάξιον λόγου» με αποτέλεσμα αφενός στην καθημερινή τους ζωή να προτιμούν «την μικρολόγον κομψότητα, την πολυδάπανον πολυτέλειαν, τον διηνεκώς μεταβαλλόμενον συρμόν» και τις τρυφηλές διασκεδάσεις και αφετέρου από τον δημόσιο βίο να λείπουν η ευρεία επέκταση της παιδείας , η επιστημονική πρόοδος και η βιομηχανική ανάπτυξη.
Τα κριτήρια για την επιλογή της φίλης είναι το αντικείμενο του 4ου μέρους (σσ. 52-57)˙ ιδανικότερη φίλη θεωρείται εκείνη που σέβεται τον Θεό, τιμά τους γονείς της και αγαπά τα αδέλφια της και η επιλογή της πρέπει όχι μόνο με το συναίσθημα αλλά και με τη λογική.
Στο εκτεταμένο τελευταίο μέρος του παραινετικού λόγου (σσ. 57-77) αναλύονται οι απόψεις της μητέρας για τον γάμο (σκοπός, προσόντα του καλού συζύγου, καθήκοντα της έγγαμης γυναίκας). Ο γάμος λοιπόν αποσκοπεί στην ηθική συμβίωση και στην ανόρθωση των ηθών και η αποδέκτρια των παραινέσεων καλείται, όταν θα φτάσει η κατάλληλη στιγμή, να επιλέξει ως σύζυγό της έναν άνδρα που θα διακρίνεται για τον πλούτο και την ευγένεια των αισθημάτων του, την τιμιότητα και τη σεμνότητά του και να μην παρασυρθεί από την αριστοκρατική καταγωγή, που θεωρείται από τη μια εξωτερικό και επισφαλές γνώρισμα και από την άλλη ξεπερασμένο μεσαιωνικό κατάλοιπο: «Η ψευδής αίγλη των προνομίων και των τίτλων της ευγενείας, ην η βαρβαρότης του Μέσου αιώνος επενόησεν, όπως ευχερέστερον τελεί της ακολασίας τα όργια διελύθη προ της λάμψεως, ην η ανάπτυξις του ανθρωπίνου πνεύματος διέχυσε, και ο νουνεχής κόσμος σήμερον μίαν μόνην εκτιμά ευγένειαν, την ευγένειαν της καρδίας και του πνεύματος».[12]
Η έγγαμη πια γυναίκα έχει ορισμένα καθήκοντα απέναντι στον σύζυγό της, που είναι η αφοσίωση, η πίστη, η αγάπη και η υπακοή, βασισμένη όμως στη λογική. Από την άλλη, τα οικιακά της καθήκοντα συνοψίζονται στη φροντίδα και την πρόνοια για την οικογένειά της και γενικότερα την οικιακή επιτήρηση (σ. 67). Απέναντι στα παιδιά της η μελλοντική μητέρα πρέπει αφενός να είναι στοργική και αφετέρου αυστηρή όχι όμως σε υπερβολικό βαθμό. Πρέπει να τα μάθει να αγαπούν τη λιτότητα και να αποστρέφονται το ψεύδος, να μεταλαμπαδεύει σε αυτά την αρετή με το ζωντανό της παράδειγμα και κυρίως να μεριμνά για την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση και μόρφωσή τους επιλέγοντας τους καταλληλότερους παιδαγωγούς και δασκάλους και ελέγχοντας τακτικά την ποιότητα της διδασκαλίας τους.
Μπορεί λοιπόν το Μητρική Κληρονομία… να μην αποτελεί δείγμα ευφάνταστου αφηγηματικού πεζογραφήματος, ωστόσο είναι ένα αξιοπρόσεκτο για τη γραμματεία μας παραινετικό κείμενο με εμφανείς τις επιδράσεις του Διαφωτισμού για το οποίο αρκετά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, όπως λόγου χάρη η διερεύνηση της σχέσης του με άλλα τυχόν ομότροπα και ομόθεμα κείμενα (πρωτότυπα ή μεταφρασμένα), η συνανάγνωσή του με άλλα «γυναικεία», ως προς τη θεματική τους κείμενα, από την οποία αναμένεται να διαφανεί η προωθημένη για τα δεδομένα των μέσων του 19ου αιώνα άποψη του Σιβιτανίδη για την κοινωνική θέση της γυναίκας και τέλος η συνεξέτασή του με το ιστορικό δράμα Η Κύπρος και οι Ναΐται, το οποίο θεωρείται από τον Θ. Χατζηπανταζή πρωτοποριακό στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, δεδομένου ότι είναι το πρώτο νεοελληνικό θεατρικό κείμενο στο οποίο γίνεται λόγος «για την ερωτική αυτοδιάθεση της γυναίκας».[13]


[1]Το Η Κύπρος και οι Ναΐται είναι ένα από τα ελάχιστα θεατρικά έργα της πρώτης περιόδου του κυπριακού θεάτρου (1869-1925) που έχουν προσεχθεί ή και σχολιαστεί (όχι τυχαία, γιατί είναι το αρτιότερο) από τη φιλολογική και ειδικότερα θεατρολογική έρευνα όχι μόνο στον κυπριακό αλλά και στον ελλαδικό χώρο. Βλ. ενδεικτικά Γ. Κατσούρης, «Το παλιό θέατρο»: Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου - Πνευματική Στέγη Λευκωσίας [εκδ.], Κυπριακή Λoγoτεχvία. Οι Ρίζες, Λευκωσία, 1980, 78˙ Γ. Κεχαγιόγλου, «Χρονικό και λογοτεχνήματα: Τύχες του Λεοντίου Μαχαιρά στη Νεοελληνική Λογοτεχνία». Ανάτυπο από το Αφιέρωμα στον Νίκο Σβορώνο, τόμ. 2, Ρέθυμνο, 1986, 413-4˙ Λ. Ζαφειρίου, Η Νεότερη Κυπριακή Λογοτεχνία. Γραμματολογικό Σχεδίασμα, Λευκωσία, 1991, 17, 97˙Λ. Παπαλεοντίου, Τα πρώτα βήματα της κυπριακής λογοτεχνικής κριτικής (1880 – 1930), Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, 1997, 258˙ Πασχάλης Κιτρομηλίδης, Κυπριακή Λoγιoσύvη 1571 - 1878. Προσωπογραφική Θεώρηση, Λευκωσία, Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, 2002, 250-251˙ στο εξής: Κυπριακή Λογιοσύνη…˙ Γ. Κατσούρης, Το Θέατρο στην Κύπρο Α΄: 1860-1939, Λευκωσία, 2005, 26˙ Θ. Χατζηπανταζής, Το Ελληνικό Ιστορικό Δράμα. Από το 19ο στον 20ό αιώνα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2006, 138˙ στο εξής: Ιστορικό Δράμα…
2 Το ειδολογικό όνομα «μυθιστόρημα» που έχει χρησιμοποιηθεί στις βιβλιογραφικές καταχωρήσεις του έργου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, δεδομένου ότι αυτό εντάσσεται στη στοχαστική πεζογραφία και ειδικότερα στα συμβουλευτικά / παραινετικά πεζά κείμενα. Επίσης, θα ήταν λανθασμένη η χρήση του όρου «αφήγημα» για το Μητρική Κληρονομία…, επειδή αν και σε ορισμένα σημεία διακρίνονται ψήγματα αφήγησης το κείμενο δεν είναι αφηγηματικό. Για τον χαρακτηρισμό του έργου ως μυθιστορήματος βλ. Αριστείδης Κουδουνάρης, Βιογραφικόν Λεξικόν Κυπρίων 1800 - 1920. Ε΄ επηυξημένη έκδοσις, Λευκωσία, 2005, 397.
3 Βλ. Π. Κιτρομηλίδης, Κυπριακή Λογιοσύνη…, 251˙ Αρ. Κουδουνάρης, ό.π. ˙ Φίλιππος Ηλιού - Πόπη Πολέμη, Ελληνική Βιβλιογραφία 1864-1900. Συνοπτική αναγραφή, Αθήνα, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 2006, τόμ. Α (1864-1900),307, λήμμα: 343. Ευχαριστώ τον Μάνο Χαριτάτο που είχε την καλοσύνη να μου αποστείλει ψηφιοποιημένο αντίγραφο του βιβλίου από το Ε.Λ.Ι.Α.
4 Στην εφημερίδα της Λεμεσού Αλήθεια (15 / 27 Σεπτεμβρίου 1897, αρ. 863) δημοσιεύεται επιστολή που έγραψε ο Γ. Σιβιτανίδης με τίτλο «Προς τους απανταχού Κυπρίους» και με χωροχρονική ένδειξη «Εν Αθήναις …1 Σεπτ. 1897». Πριν από την παράθεση της επιστολής η σύνταξη της εφημερίδας εξαίρει τη φιλοπατρία και τον «νευρώδη κάλαμον» του Σιβιτανίδη και καλεί τους αναγνώστες της να ενισχύσουν με συνδρομές την προσεχή επανέναρξη της έκδοσης της εφημερίδας του ιδίου «Τηλέγραφος». Στον πρόλογό του ο Σιβιτανίδης αφήνει να νοηθεί ότι ο Τηλέγραφος έψεξε με δριμύτητα την αγγλική κατάκτηση της Κύπρου και μετά διέκοψε την έκδοσή του. Στη συνέχεια διαβεβαιώνει τους αναγνώστες ότι με την επανέναρξη της έκδοσής της η εφημερίδα θα επιδείξει ιδιαίτερη ευαισθησία για θέματα που αφορούν την Κύπρο και απευθύνεται σε αυτούς ζητώντας την οικονομική τους συνδρομή αλλά και συνεργασίες για δημοσίευση. Τέλος εμψυχώνει τους συμπολίτες του τονίζοντας ότι «υπεράνω της ισχύος κείται η ισχύς του δικαίου, φρουρουμένη υπό της τιμής και της πίστεως …»
5 Βλ. Αρ. Κουδουνάρης, ό.π., σημ. 2. Δεν αποκλείεται από την έρευνα γύρω από τη ζωή του Γ. Σιβιτανίδη να εντοπιστούν και άλλα αθησαύριστα κείμενά του. Για την ώρα το παλαιότερο κείμενο του συγγραφέα που έχει εντοπιστεί είναι ποιητικό, φέρει τον μακροσκελή τίτλο «Εις την μνήμην του Τελεσφόρου Ματέη υπό της βροτολοιγού αφαρπασθέντος χολέρας εν Λάρνακι της Κύπρου» και τη χωροχρονική ένδειξη «Αθήνησι, τη 24 Σεπτεμβρίου 1865». Βλ. Πανδώρα, τόμ. 16, 375 (1865) 384-5.
6 Ο Γ. Σιβιτανίδης αφιερώνει το έργο του στην άγνωστη σε μας «νεαράν» Όλγα Αντωνιάδου, ως «τεκμήριον ειλικρινούς προς τας αρετάς των γονέων της θαυμασμού» (σ. 3).
7 Ο συγγραφικός αφηγητής «βρίσκεται έξω από τον κόσμο των χαρακτήρων, ο δικός του κόσμος χωρίζεται από εκείνον των χαρακτήρων με ένα οντολογικό σύνορο». Βλ. Franz Stanzel, Θεωρία της Αφήγησης (μτφρ. Κυριακή Χρυσομάλλη-Henrich) Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1999 (1985), 34.
8 Το μοτίβο του πρόωρου θανάτου της μητέρας εντοπίζεται και στο θεατρικό έργο του Γ. Σιβιτανίδη Η Κύπρος και οι Ναΐται, όπου η Ιουλία μένει ορφανή σε τρυφερή ηλικία.
9 Ας σημειωθεί ότι στον θεατρόμορφο διάλογό της Συνδιάλεξις του χορού των Μουσών επί του Ελικώνος η Σ. Λεοντιάς, εκφράζει την ίδια άποψη γύρω από το ζήτημα των σκοπών της παιδείας των νεαρών Ελληνίδων. Και για τους δύο αυτούς συγγραφείς η παιδεία πρέπει να είναι απαλλαγμένη από τις ξενόφερτες ιδέες και να έχει ελληνοχριστιανικό χαρακτήρα. Βλ. Σαπφώ Λεοντιάς, Παραστάσεις δραματικαί αρμόδιαι εις παρθεναγωγεία, ή Συνέδριον των Ηπείρων και Συνδιάλεξις του χορού των Μουσών επί του Ελικώνος, Σμύρνη, Τυπογραφείον της «Αμαλθείας», 1871, passim.
10Αξίζει να τονιστεί ότι στο σημείο αυτό η μητέρα συμβουλεύει την κόρη της ότι, αν ο πατέρας της την εμποδίζει να κάνει το καθήκον της, τότε μπορεί να επιμείνει στην εκπλήρωσή του παρακούοντάς τον αλλά και υπομένοντας την ιδιοτροπία του (σσ. 22-25)!
11 Εδώ ο Γ. Σιβιτανίδης αξιοποιεί τις απόψεις του Ζαν-Ζακ Ρουσώ σχετικά με το ζήτημα της αγωγής των νέων που ουσιαστικά ταυτίζονται με τη σωκρατική άποψη ότι κανείς δεν είναι εκ φύσεως κακός.
12 Και το χωρίο αυτό αλλά και ολόκληρο το κείμενο διαποτίζεται από τις ιδέες του Διαφωτισμού και επομένως ένας από τους βασικούς άξονες της ενδεχόμενης εργοβιογραφικής έρευνας για τον Γ. Σιβιτανίδη θα πρέπει να είναι ο προσδιορισμός των τρόπων με τους οποίους ο νεαρός τότε συγγραφέας γαλουχήθηκε με τις ιδέες του κινήματος αυτού.
13 Βλ. Θ. Χατζηπανταζής, Ιστορικό Δράμα…, 138. Από τη βιβλιογραφία του περί των γυναικών λόγου, βλ. ενδεικτικά τα πρακτικά δύο πρόσφατων συνεδρίων: Σοφία Ντενίση (επιμ.), Η γυναικεία εικαστική και λογοτεχνική παρουσία στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940), Αθήνα, Gutenberg, 2008. Βασιλική Κοντογιάννη (επιμ.), Λόγος γυναικών, Αθήνα, ΕΛΙΑ, 2008.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: Μικροφιλολογικά 25 (άνοιξη 2009) 23-27.
Λεωνίδας Γαλάζης