Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΘΕΑΤΡΟ



ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ, Ποιητική και ιδεολογία στο κυπριακό θέατρο (1869-1925) [Poetik und Ideologie im zypriotischen Theater (1869-1925)], Λευκωσία, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού 2012 (Μελέτες για τον Νεότερο και Σύγχρονο Κυπριακό Πολιτισμό 1), σσ. 640, ΙSBN 978-9963-0-0156-9.

Έως τώρα υπήρχαν αρκετές δημοσιεύσεις σχετικά με την ιστορία του θεάτρου στο νησί της Αφροδίτης (Μ. Μουστερή, Χρονολογική ιστορία του Κυπριακού θεάτρου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι και του 1986, Λεμεσός 1988, Γ. Κατσούρη, Το θέατρο στην Κύπρο, 2 τόμοι, Λευκωσία 2005, βλέπε σχετικά και τη άρθρο μου στο περιοδικό Παράβασις 9, 2009, σσ. 742-747, Α. Κωνσταντίνου, Το θέατρο στην Κύπρο (1960-1974), Αθήνα, 2006/ Ι. Χατζηκωστή (επιμέλεια / έκδοση), Το αρχαίο θέατρο και η Κύπρος, Λευκωσία 2013), ωστόσο έως τώρα δεν έχει διερευνηθεί συστηματικά το πρώιμο θέατρο κατά την Τουρκοκρατία και τις πρώτες δεκαετίες της Αγγλοκρατίας. Αυτή η μελέτη παρουσιάζεται τώρα από τον Λεωνίδα Γαλάζη μέσα από μια εκτεταμένη μονογραφία, η οποία έχει τις ρίζες της στην διατριβή του (2011). H κυπριακή δραματική ποίηση εκείνης της εποχής αναμφισβήτητα δεν συγκαταλέγεται στην παγκόσμια λογοτεχνία, ωστόσο σε μια περαιτέρω σύγκριση δικαιούται να αξιώσει αυθεντικό ενδιαφέρον, εφόσον από το 1860 και μετά, αρχίζει η άνθιση της Ελληνικής θεατρικής ζωής στις σκηνές της Κωνσταντινούπολης, της Σμύρνης και της Αλεξάνδρειας, καθώς και σε άλλες πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου υπάρχουν συμπαγείς ελληνόφωνες ομάδες πληθυσμού. Για τους περιοδεύοντες θιάσους, η Κύπρος αποτελεί  πολυσύχναστη ενδιάμεση στάση μεταξύ της Αλεξάνδρειας και της Σμύρνης (βλ. σχετ. Walter Puchner, Hellenophones Theater im Osmanischen Reich (1600 – 1923). Zur Geschichte und Geographie einer geduldeten Tätigkeit, [Το ελληνόφωνο θέατρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (1600 – 1923) Περί της ιστορίας και γεωγραφίας μιας ανεκτής δραστηριότητας], Βιέννη – Βερολίνο 2012, σσ. 138-139). Πρόκειται επίσης για τη φάση εκείνη, κατά την οποία η τούρκικη δραματική ποίηση αποδίδει τα πρώτα της έργα, καθώς και για την εποχή κατά την οποία οι ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις εξαπλώνονται στα νότια Βαλκάνια, φτάνοντας μερικές φορές ώς και τα μικρότερα χωριά.
               Ο Γαλάζης όχι μόνο διαθέτει επαρκείς γνώσεις των πηγών, αλλά και στερεά θεωρητικά θεμέλια, βάσει των οποίων εξετάζονται τα συγκεκριμένα δραματικά κείμενα. Η έρευνα ξεκινά (Κεφάλαιο 1, σσ. 56-217) με την ειδολογική κατηγοριοποίηση των κειμένων: Μετά από τη μεθοδική εισαγωγή του (και τον σχετικά προσωρινό χαρακτήρα της κατηγοριοποίησης, μιας και δεν έχει γραφτεί ακόμα η ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου), παρουσιάζονται με τη σειρά τους η ιστορική τραγωδία, το ιστορικό δράμα, η ρομαντική – ερωτική δραματική ποίηση, το πατριωτικό δράμα, οι θεατρόμορφοι διάλογοι, το αστικό δράμα, οι κωμωδίες, τα κωμειδύλλια, το παραμυθόδραμα, το μυθολογικό δράμα, η κοινωνική σάτιρα, η λυρική δραματική ποίηση. Είναι εκπληκτικό, ότι ήδη από τις απαρχές του κυπριακού θεάτρου υπάρχουν τόσα διαφορετικά είδη. Κατά τον 19ο αιώνα, με βάση τη συμμετοχή πολλών δραματικών συγγραφέων στους ποιητικούς διαγωνισμούς που διοργανώνονται από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, μάλλον επικρατούν τα ιστορικά-πατριωτικά θέματα, ενώ από τις αρχές του 20ού αιώνα, η θεματολογία των θεατρικών κειμένων εμπλουτίζεται τόσο πολύ, που μάλιστα προκύπτουν προβλήματα στην ταξινόμησή τους.
               Τα πολύ συντομότερα κεφάλαια που ακολουθούν είναι αφιερωμένα στη συστηματική εξέταση των θεατρικών κειμένων, σύμφωνα με οριζόντια, μεθοδικά κριτήρια: Το 2ο κεφάλαιο ασχολείται με τα παρακειμενικά στοιχεία (σσ. 218 – 247): Τίτλοι, αφιερώσεις, προμετωπίδες, σχόλια σε μορφή υποσημειώσεων, πρόλογοι, κατάλογοι συνδρομητών, σκηνικές οδηγίες, κλπ. Το 3ο κεφάλαιο (σσ. 248 – 279) εξετάζει τα έργα ως προς τους τύπους χειρισμού της πλοκής και το είδος αφήγησης των εκάστοτε δραματικών ειδών. Το 4ο κεφάλαιο (σσ. 280 – 345) ως προς τον σκηνικό χώρο και χρόνο. Το 5ο κεφάλαιο (σσ. 346 – 403) εξετάζει τα σκηνικά δραματικά πρόσωπα  καθώς και τα πρόσωπα που μετέχουν στην πλοκή (στο σημείο αυτό εφαρμόζονται και σημειωτικά μοντέλα ανάλυσης). Στο 6ο κεφάλαιο (σσ. 404 – 455) εξετάζονται τα σημασιολογικά πεδία και τομείς ή/και οι αξιολογικές δομές (θετικοί και αρνητικοί άξονες αξιών). Στο 7ο κεφάλαιο (σσ. 456 – 485) αναλύονται τα κοινωνικό-οικονομικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα με βάση τα οποία διασυνδέονται τα θεατρικά κείμενα και η δημοσιογραφία (όπου η ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας εμπλουτίζεται με φαντασιακές διαστάσεις). Το καθένα από αυτά τα κεφάλαια κλείνει με μια σύντομη διατύπωση συμπερασμάτων.
               Στο πλαίσιο των γενικών συμπερασμάτων (σσ. 487 – 489) διατυπώνεται για άλλη μια φορά περιεκτικά η απομυθοποίηση ορισμένων προκαταλήψεων που αφορούν το κυπριακό θέατρο: Ήδη κατά τον 19ο αιώνα παρατηρείται μια υπέρβαση του ρομαντικού ιστορικού έργου, ενώ κατά τον 20ό αιώνα επικρατούν  τα ρεαλιστικά και κοινωνικά έργα που σχετίζονται με το παρόν (π.χ. το κωμειδύλλιο Ο Φαρμακοποιός και ο Χωριάτης ήδη το 1891). Εκτός από αυτά, ο συγγραφέας στρέφεται κατά της προκατάληψης, ότι τα ιστορικά ή / και τα ηθογραφικά θεατρικά κείμενα τάχα αποτελούν ένα είδος «φυγής» από τα φλέγοντα προβλήματα της ξένης κατοχής. Ακόμα και τα ιστορικά δράματα συχνά αποτελούν έργα που αναφέρονται στο παρόν. Η ευθυγράμμιση με τις συνθήκες, τον κόσμο και τον πολιτισμό θεάτρου της Ελλάδας αντικατοπτρίζεται και στη χρήση της γλώσσας: Μόνο ελάχιστα από τα έργα αυτής της πρώιμης εποχής είναι γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο. Η ιδεολογική λειτουργία της συγγραφής, εκτύπωσης και διανομής ενός θεατρικού έργου  καθώς και της σκηνικής του παρουσίασης και της πρόσληψης από το κοινό επηρεάζει πρακτικά όλες τις παραμέτρους μιας δραματουργικής ανάλυσης, αλλά και πολλούς συντελεστές της δραματουργικής οικονομίας – και πέρα από τους υφιστάμενους άγραφους νόμους του κάθε δράματος – καθορίζοντας παραδείγματος χάρη τα πρόσωπα που θα βρίσκονται στη σκηνή. Οι  κατευθυντήριες θετικές αξίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την πίστη και τον ξεσηκωμό κατά της ξένης εξουσίας, στις αρνητικές αξίες συγκαταλέγονται η ξενοκρατία και η προδοσία, ενώ αμφιλεγόμενες λειτουργίες αποδίδονται σε ισοτοπίες όπως εξουσία, συνωμοσία, γάμος, πατρίδα, ζωή, γνώση, δράση, ύπαρξη, αλήθεια. Εκτός από αυτά, ο συγγραφέας υπερασπίζεται τη χρησιμότητα της έρευνας, αναφέροντας ότι βάσει των ως επί το πλείστον μη αναγνώσιμων σήμερα κειμένων μπορεί να τεκμηριωθεί με κάθε διαφάνεια και σαφήνεια ο συσχετισμός που υπάρχει μεταξύ του θεάτρου, της κοινωνίας και της ιδεολογίας, καθότι σε τελική ανάλυση το κυπριακό θέατρο αποτελεί μέρος του νεοελληνικού, το οποίο, όπως γνωρίζουμε, δεν ανέβηκε μόνο στις σκηνές της Αθήνας και της Ελλάδας, αλλά και σε εκείνες της ελληνόφωνης περιφέρειας.
               Η υποδειγματική έρευνα κλείνει με έναν χρονολογικό πίνακα, στον οποίο καταγράφονται τα κυπριακά θεατρικά κείμενα, τα πρότυπα ελληνικά δραματικά έργα, καθώς και οι μεταφράσεις τους (σσ. 491 – 501), με ένα εκτενές παράρτημα, το οποίο περιλαμβάνει μια ανθολογία από κριτικές εφημερίδων και αξιολογήσεις των αθηναϊκών δραματικών διαγωνισμών για τα κυπριακά θεατρικά έργα και τις  παραστάσεις τους (σσ. 502 – 550), μια πλούσια βιβλιογραφία (σσ. 552 – 584) με εκδόσεις έργων, δημοσιεύσεις σε περιοδικά κ.ά, πηγές σε εφημερίδες και ειδικά περιοδικά, βιβλιογραφικά βοηθήματα και δευτερεύουσες λογοτεχνικές πηγές, καθώς και με τα ευρετήρια (σσ. 587 – 631). Ο Γαλάζης όχι μόνο αποδεικνύει έμπρακτα τις εξαιρετικές γνώσεις του όσον αφορά την ιστορία του ελληνικού θεάτρου και δράματος, αλλά και την βαθύτατη ευρυμάθειά του στη θεατρική και δραματική θεωρία, την οποία εφαρμόζει με μαεστρία στον κορμό του κυπριακού δράματος από το 1869 ως το 1925, καταλήγοντας έτσι σε σημαντικές διαπιστώσεις. Έτσι όχι μόνο παρέχει μια παραδειγματική ανάλυση περιφερειακών θεατρικών κειμένων, αλλά και μια σημαντική συνεισφορά στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου (και του θεάτρου της νοτιοανατολικής Ευρώπης), η οποία δεν εκτυλίσσεται μόνο στις περιοχές της σημερινής Ελλάδας, αλλά και στη Βόρεια Αφρική, τη Μικρά Ασία, τον ευρύτερο χώρο των Βαλκανίων και της Μαύρης Θάλασσας, ώς και τα βάθη του Καυκάσου και του Αντικαυκάσου.

Walter Puchner

Περιοδικο παραβασισ 14/1 (2016) 78-80.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ από ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: χΡΙΣΤΙΑΝΑ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΗ-ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου